42ος Μανδραγόρας

της Πολίτου Μαρούλας, 2010

Ανοίγοντας το editorial, κανονικά σήμερα θα λέγαμε, ο Κώστας Κρεμμύδας μας ανακοινώνει πως «Το γράψιμο είναι για τους αισιόδοξους, τους μοναχικούς και τους απελπισμένους». Και πράγματι κάπως έτσι είναι η δίψα της γραφής. Φυλλομετρώντας το 42ο τεύχος του «Μανδραγόρα», που κυκλοφόρησε τον Μάιο, το μότο αυτό, μένει ως αίσθηση και στον αναγνώστη.  Και μήνα, τον μήνα αναθεωρείς την πρώτη ανάγνωση και επιστρέφεις να αναγνώσεις σε δεύτερη βάση, το τεύχος. Και αν θες να βιώσεις την απόλαυση, δεν σου αρκούν παρά μερικές μέρες για την κάθε ενότητα, ακόμη και για τα δοκίμια, που απαιτούν αναπόσπαστη και αμέριστη προσοχή.

Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;

                του Δημήτρη Δημητριάδη

Λιγόστεψαν οι χώροι της συγκέντρωσης αγαπητέ Βλαδίμηρε

νέοι ρήτορες κατέλυσαν την αγορά

ελαύνουν άλλες διδαχές

άλλες ενδείξεις

….

Όλα λησμονούνται σ’ ένα λεπτό αγαπητέ Βλαδίμηρε

το βλέμμα ακολουθεί

διαθλάται

υπνωτίζεται

οι ρήξεις εξαφανίζονται

κι η παρέλαση της μανίας αργεί πολύ να ξεπηδήσει.

Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;

Απαρίθμηση πλήθους ποιημάτων συντροφεύουν και σε αυτόν τον τόμο, με την εικαστική διακόσμηση των ζωγραφικών έργων του Χρόνη Μπότσογλου, και με δοκίμια περί Τέχνης και Ζωής, όπως και κείμενα πεζογραφικά από την σύγχρονη νεοελληνική  ή παγκόσμια λογοτεχνία. Περίπου τα πενήντα φτάνουν τα εκτιθέμενα έργα του Χ. Μπότσογλου. Βέβαια, ποια η αξία της ζωγραφικής χωρίς το χρώμα, και ποια η ταυτότητα του καλλιτέχνη χωρίς αυτό. Ευγενικώς,θα ήλπιζα σε μια έγχρωμη έκδοση, καθώς:

Με κριτικό Μάτι

                της Αλεξάνδρας Μπακόνικα

Ούτε συντριβή, ούτε αγάπη

μόνο πόθο και λαγνεία έδειξες για μένα

με τον τρόπο που έκανες έρωτα.

Πρόλαβε ξανά η γνώριμη ορμή σου

ένας κατακλυσμός ακολασίας

που σε παρέσυρε και σε αφιόνιζε.

Με ξεζούμισες από πόθο για το σώμα μου

και ήταν ένα είδος αποθέωσης

που γενναιόδωρα μου χάρισες.

Ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από σένα

γι’ αυτό όταν μετά από ώρα

σηκώθηκα από το κρεβάτι για να ντυθώ,

καθώς παρέμενες ξαπλωμένος

παγερά μ’ έβλεπες

τώρα με κριτικό μάτι για τις ατέλειες

στο γυμνό σώμα μου.

Η αποθέωση που μου χάρισες είχε ήδη τελειώσει.

Ομοίως, δρα και ο σημερινός, της νέας γενιάς, αναγνώστης. Στο παρόν τεύχος ανθολογούνται ποιήματα των: Ζήση Οικονόμου, Δημήτρη Δημητριάδη, Κώστα Ριζάκη, Χαράς Χριστάρα, Αλεξάνδρας Μπακόνικα, Γιώργου Τσιρώνη, Δημήτρη Καπετανάκη, Γιώργου Παναγιωτίδη, Γιάννη Πλαχούρη, Κωστή Παπαγκόγκου, Τίνας Χρηστίδη, Γιώργου Τζινούδη, Αναστασίας Παρασκευουλάκου, Ελένης Νανοπούλου, Σπύρου Κατσίμη, Γεωργίας Τρούλη. Ενώ, παρουσιάζονται εκτενώς οι Αναστάσιος Δρίβας, Θανάσης Τζούλης και Αντρέας Παγουλάτος. Έλληνες πεζογράφοι, οι Γεωργία Σωτηροπούλου, ο Νίκος Πολύζος, ο Θ.Γ. Παπαγεωργίου και ο Χρήστος Γιαννάκος.

Εξαιρετική η συνέντευξη του Νάνου Βαλαωρίτη με αφορμή το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, που του είχε απονεμηθεί. Όχι για το εγκώμιο που στήνεται με οξύνοια από την αξιόλογη Ελπίδα Πασαμιχάλη, αλλά για τις ειλικρινείς απαντήσεις που δίνει ο ίδιος. Μια περίληψη των ιδεών που εκφέρονται θα έχανε την αξία των λόγων του. Επίσης, δεν μπορεί κανείς να πρωτο-διαλέξει σε τι να δώσει βαρύτητα. Ενδεικτικά, λοιπόν, παραθέτω (συμμεριζόμενη απολύτως) τα παρακάτω:

«- Τα κρατικά βραβεία στην Ελλάδα αμφισβητούνται συχνά και θα λέγαμε ότι διατηρούν μια σχέση αγάπης-μίσους με το κοινό. Ποια είναι η δική σας γνώμη;

Ο Έλληνας μισεί περισσότερο αυτό που αγαπάει! Η ψυχολογία του νεοέλληνα είναι πολύ μπερδεμένη. Είναι μπερδεμένη ανάμεσα σε διάφορα συμπλέγματα ανωτερότητας-κατωτερότητας, αλλά και σε μια γενική ανασφάλεια που δεν αφήνει ήσυχο κανένα. Όλοι μας είμαστε ανασφαλείς στην Ελλάδα. Δεν είμαστε καθόλου σίγουροι, αν αυτό που είμαστε, είναι κάτι ιδιαίτερο ή σημαντικό, αν έχουμε πετύχει κάτι σπουδαίο. Επειδή είμαστε μια ιδιαίτερη χώρα και επειδή ο κάθε Έλληνας κατ’ αρχήν μισεί το κράτος και τα κρατικά βραβεία είναι μια προέκταση του κράτους, αυτό επηρεάζει. Γι’ αυτό και η γκρίνια η συνεχής, ότι δόθηκαν Κρατικά Βραβεία σε κάποια μέτρια έργα.»

Και, έπεται το Αφιέρωμα στον Χριστόφορο Μηλιώνη. Αφού προστεθούν τα νεότερα στοιχεία στο χρονολόγιο, που είχε δημοσιευτεί στο βιβλίο Χριστόφορος Μηλιώνης, Χρονολόγιο-Βιβλιογραφία- Ανθολόγιο(από το 1954 ως το 2002), ακολουθούν αποσπάσματα  έργων του εν είδει ανθολογίου. Και φυσικά δεν μπορείς να γνωρίσεις καλύτερα κάποιον από την καταγραφή των Αναμνήσεων του, εδώ παρίστανται τα «Μια βραδιά με τον Πεντζίκη» και «Σοσιαλιστικός Εγκλεισμός». Στην «συζήτηση» με την Αριστέα Κομνηνέλη και τον Κώστα Κρεμμυδά, αιτιολογεί τον νέο αστικό ρεαλισμό στα έργα του. Αφηγείται την συμμετοχή του στο περιοδικό «Ενδοχώρα» και τα πρώτα του συγγραφικά βήματα.  Τα χαρακτηριστικά που του προσδίδονται, είναι εντοπιότητα, η υποκειμενικότητα της μνήμης που διαχέει την συλλογική ανήσυχη σκέψη της συγχρονίας του. Εν τέλει, ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ανήκει στην λογοτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης.

Το επόμενο κείμενο του αφιερώματος αποτελεί μια απομαγνητοφωνημένη συζήτηση του Ντίνου Σιώτη, του Στάθη Κουτσούνη και μαθητριών της Σχολής του Ι.Μ. Πανναγιωτόπουλου, στις 15 Δεκεμβρίου του 2008.  Η συζήτηση κλείνει με το ποίημα «ΚΥΡΙΕ» του πρώτου(στο οποίο αξίζει να μείνει κανείς), εμπνευσμένο από τα συγχρονικά μας «Δεκεμβριανά», όταν μαθητής έχασε άδικα την ζωή του από ένστολο υπάλληλο του Δημοσίου, που οι μνήμες του γεγονότος είναι ακόμη έντονες σε όλους.

Και εφόσον έχουμε περιηγηθεί στις σελίδες του τεύχους, μας συστήνεται ο Χρόνης Μπότσογλου, του οποίου τα έργα έδιναν ανάσες στα διαβάσματά μας, μιλώντας μέσω του δικού τους κώδικα και λέγοντας την δικιά τους ιστορία. Ο Χρόνης Μπότσογλου φιγουράρει στα μάτια μας σαν γνήσιος Ανατολίτης, σε ρόλο ευρωπαίου διανοούμενου. Δηλαδή, σαν Έλληνας φτιαγμένος από το ιδιόμορφο της γεωγραφικής μας θέσης, της ανατολής της δύσης και της δύσης της ανατολής. Εκφραστής της εποχής μας, όχι ως διανοουμένου που αμπελοσοφεί εν μέσω οικονομικής κρίσης(κάπως έτσι φαίνονται πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες στους μη μυημένους στην τέχνη), αλλά ως φωνή του καθημερινού ανθρώπου που έχει ψηθεί από την ζωή και ο λόγος του, όσο  φυσικός στη ροή του και αν είναι,  αρθρώνει καίριες απαντήσεις στα ζητήματα της Τέχνης, αλλά και της Ζωής. Ο ίδιος υπήρξε δάσκαλος, καθηγητής, αντιπρύτανης και πρύτανης. Παραιτήθηκε όμως, από το τελευταίο αξίωμα, κατά το 2006. Στην αναζήτηση αιτιολογικού, απάντησε:» Γιατί άλλο η διδακτική κι άλλο η διοίκηση κι εγώ ήμουν δάσκαλος»…Πράγματι δάσκαλος πρέπει να ‘σαι, όταν στον τομέα σου, καταφέρνεις τους ερασιτέχνες να τους προκαλέσεις να συνεχήσουν την παραγωγική ενασχόληση. Και η συνέντευξή του αυτή δίνει πολλά τέτοια βήματα.

Αυτός ήταν λίγο-πολύ ο 42ος «Μανδραγόρας». Μας κούρασε, μας ξεκούρασε, τον διαβάσαμε, τον ξαναδιαβάσαμε και περιμένουμε με το φθινοπωρινό αεράκι ένα νέο κάλεσμα εντρύφησης σε θέματα για την Τέχνη και την Ζωή, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του περιοδικού. Σίγουρα, ο Κώστας Κρεμμυδάς αποτελεί υπαίτιος της δικής μας ψυχαγωγίας…και αν και δεν μιλώ αρμοδίως, διότι «υπό μανδραγόραν καθεύδω», οφείλει να νοιώθει περήφανος για τα τεύχη που χαρίζει στην ελληνική κοινωνία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s