ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΦ 222 (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ)

παρά, πρόθ.· πάρα.

[αρχ. πρόθ. παρά. Ο τ. και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

πηδάλιο το [piδálio] Ο40 : 1. το όργανο με το οποίο διευθύνεται σκάφος, αεροσκάφος κτλ.· (πρβ. τιμόνι): Tο ~ έπαθε βλάβη και το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο. Στο ~ του πλοίου βρίσκεται ένας έμπειρος καπετάνιος. Tραβώντας το ~ το αεροπλάνο πήρε ύψος. 2. (μτφ.) διοίκηση, διακυβέρνηση, διεύθυνση: Kρατάει με επιτυχία το ~ της πολιτείας / της οικογένειάς του / της εταιρείας. Παίρνω το / κάθομαι στο ~, διευθύνω, κυβερνώ, διοικώ.

[λόγ. < αρχ. πηδάλιον `πλατύ κουπί που χρησίμευε για τιμόνι΄]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: