ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΦ 222 (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ)

παρά, πρόθ.· πάρα.

  • I.Πρόθ.
    • ΆΜε γεν.
      • 1)Τοπ.
        • α)(για δήλ. στάσης σε τόπο):
          • § (Καλλίμ. 288
        • β)κοντά σε:
          • § Παρά σπιτιού ήβαλά τα (ενν. τα χοιρομέρια) (Στάθ. Β́ 187).
      • 2)Από
        • α)(για δήλ. αιτίας):
          • § το ανδρόγυνον χωρίζεται παρά του θανάτου του ανδρός … (Ασσίζ. 12125
        • β)(για δήλ. απαλλαγής):
          • § ελεύτερος με το κείμενον παρά εκείνου του φόνου (Ασσίζ. 47517).
      • 3)Ενάντια σε κ.:
        • ουδέν έν γέγονεν ποσώς παρά ‘ρισμού Κυρίου (Παρασπ., Βάρν. C 458).
    • Β́(Με δοτ., για δήλ. ποιητ. αιτ.) από:
      • ίστατο … άντικρυς εξεπίτηδες του παρ’ εμοί οράσθαι (Διγ. Z 3097).
    • Γ́Με αιτιατ.
      • 1)Τοπ.
        • α)δίπλα· μπροστά σε:
          • § πίπτει παρά τους πόδας (Βέλθ. 495
        • β)(μέσα) σε:
          • § χρυσού μεγίστους θησαυρούς … ους έθεντο παρά την γην εμοί πρώτοι πατέρες (Βίος Αλ. 3700).
      • 2)(Για δήλ. προέλ. με αιτιατ. προσώπου) από:
        • ως ακούετον παρά πάντας … δεν ήτον καθάριος από την πορνείαν (Συναδ. φ. 32v).
      • 3)(Για δήλ. εναντίωσης, αντίθεσης):
        • (Ασσίζ. 7523, 24), (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 702).
      • 4)(Για δήλ. χρονικής εναλλαγής):
        • δίδου αλόην … παρά μίαν ημέραν (Ιερακοσ. 46731).
      • 5)(Για να δηλωθεί το λιγότερο):
        • Εκοιμήθη ο μέγας Κομνηνός ο κυρ Αλέξιος … βασιλεύσας έτη λγ́ παρά μήνας γ́ (Πανάρ. 644).
      • 6)(Για δήλ. ποιητ. αιτ.):
        • ταύτη γαρ η συγγενεία … παρά … τους Ρωμαίους αφ’ αίματος λέγεται (Ελλην. νόμ. 56629).
  • II. Σύνδ.
    • ΆΣυγκρ.
      • 1)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού)
        • α)(με αιτιατ.):
          • § (Προδρ. I 238), (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 75
          • § (με προηγ. το παρκάτω):
            • επέσωσα εις τον τόπον σας και εθάρρουν πως δεν είμαι παρκάτω παρά τον δικόν μου (Μαχ. 53012
          • § (ποσοτ., χρον.):
            • απέρνα … διαβάζοντας καθημερινώς πλιο παρά πέντε χρόνους (Τριβ., Ρε 112· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 220r
          • § (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
            • (Σαχλ., Αφήγ. 822), (Προδρ. I 91
        • β)(με γεν.):
          • § δύνασαι και άλλον λόγον κάλλιον παρ’ αυτού να είπεις (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ή [414]
          • § (με παράλ. του επιρρ.):
            • η καρδία του δύναται παρά πάντων (Σπαν. A 70
        • γ)(με βουλητική πρόταση):
          • § καλλιά έχω την γυναίκα μου παρά να βασιλεύσω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2011
          • § (εδώ λόγω βραχυλογίας):
            • εμνόξασίνε … εσάς καλύτερω βοσκώ παρά εκεινώ ν’ αφήσου (Πανώρ. Έ́ 154
            • γ1)(με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
              • Γαμβρούς … να βρεις να’χουν κορμιά ακέραια παρά να λείπουν αρετές (Δεφ., Λόγ. 540
              • γ2) (με προηγ. το ειμή):
                • δεν έχω μετά σε ειμή παρά να χάσω (Φαλιέρ., Ιστ. 594
                • γ3) (με προηγ. το αλλιώς):
                  • θεά, πώς ημπορεί η χάρη σου να κάμει αλλιώς παρά τη σήμερο δίκια ν’ αποφασίσεις (Φορτουν. Ιντ. ά 105
        • δ)(με αναφορ. πρόταση):
          • § να με αγαπήσεις περισσότερα παρά οπού με αγάπας (Διγ. Άνδρ. 3594
          • § η αυθεντία ουδέν ένι κρατημένη να δώσει πλείον τίποτες εκείνης της ζημίας, παρά όσον ένι άνωθεν λαλημένον (Ασσίζ. 19126
        • ε) (με επίρρ., συν. το ποτέ· βλ. και έκφρ. παρά ποτέ):
          • § Πλια παρά πρώτας τσ’ αγαπού (Πανώρ. Έ 297· Κυπρ. ερωτ. 9445
        • στ)(με απαρέμφ.):
          • § γλυκυτέρα γουν η μάχη … παρ’ ελθείν εις τας πατρίδας (Ερμον. Ι 44
        • ζ) (πλεοναστικά με επόμ. την πρόθ. από):
          • § πως το θέλεις πλιότερα παρ’ από με α σου (Πανώρ. Γ́ 396
        • η)(με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • § καλλιά ‘ναι ο θάνατος παρά σκλαβιά (Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 87).
      • 2)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού) περισσότερο από, καλύτερα από
        • α)(με αιτιατ.):
          • § άγριος παρά θηρίον (Χούμνου, Κοσμογ. 786
          • § α1) (με τα επίθ. πας, άπας, όλος):
            • (Απολλών. 185
            • πολλήν υπεροχήν παρά τους πάντας έχεις (Βίος Αλ. 717
            • στερεόν (ενν. άλογον) πολλά παρ’ όλα (Πτωχολ. α 444
          • § α2) (με τις αντων. άλλος, κ(ι)ανένας, κ(ι)ανένας άλλος):
            • (Ερωτόκρ. Β́ 15
            • Κρήτη, που ήσουν ‘παινετή στα πλούτη παρά άλλη (Διακρούσ. 11221
            • Τέκνο μου, … τόσα φρόνιμο παρά παιδί κιανένα! (Θυσ. 356
            • ‘Σ κίνδυνον μέγαν και βαρύν παρά κανέναν άλλο (Διακρούσ. 897
        • β)(με γεν.):
          • § (Φυσιολ. (Zur.) XIIII1
        • γ)(με αναφορ. πρόταση):
          • § εφάνην τους όλους να πάρουν μέγαν σκοπόν, παρά ‘πού επαίρναν (Βουστρ. 9211
        • δ) (με την πρόθ. από):
          • § ήτον (ενν. ο πατριάρχης Κύριλλος) … σοφός παρά από όλους τους μαθηματικούς (Συναδ. φ. 55r
        • ε)(με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • § πρώτον πρέπει να αγαπούνται οι καλοί παρά οι κακοί (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 76· Αιτωλ., Μύθ. 8818).
      • 3)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. υπερθ. βαθμού):
        • άπαντας υποτάξας (ενν. ο Διγενής) φρικτότατος εδείκνυτο παρά τους απελάτας (Διγ. Z 4194).
      • 4) (Με προηγ. χρον. επίρρ.· συν. το ομπρός· βλ. και εμπρός 2γ(β))
        • α)(με ουσ. ή αντων.) πριν από κάπ. ή κ.:
          • § (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215v
          • § πρώτας ήρθες παρά με (Ανέκδ. ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 36
        • β) (εισάγει χρον. πρόταση με προηγ. τα επιρρ. εμπρός, ομπρός, πρι(ν), πριχού, πρώτας, πρωτύτερα· βλ. και εμπρός 2γ(α)) προτού (να):
          • § Εμπρός παρά να πλερωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες, εγίνετον θανατικόν (Πόλ. Τρωάδ. 5394· 1867
          • § μα θε να δω τη μάννα μου πρι παρά να κινήσω (Θυσ. 524· Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [683]
          • § πρώτας παρά ν’ αλλάξω (Πιστ. βοσκ. III 6, 77
          • § επρόβλεπε τες ταραχές και τους χειμώνας πρωτύτερα παρά να έλθουσι (Χίκα, Μονωδ. 66· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 51r).
    • Β́(Αντιθ. με προηγ. άρν.) αλλά:
      • ο μισέρ Αντρίας δεν εκούριασεν, παρά πάγει εις του παλίου (Βουστρ. 19014· Πανώρ. Γ́ 104).
  • III. Επίρρ.
    • 1)(Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού)
      • α)αλλά μόνο, παρά μόνο:
        • δεν είν’ η αγάπη κάτεχε παρά καλό περίσσο (Πανώρ. Β́ 354
        • ένα ερημονήσι εις το οποίον δεν εκατοικούσαν παρά άγρια ζώα (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ασσίζ. 31630
        • (με επόμ. βουλητική πρόταση):
          • § (Ερωφ. Δ́ 15
          • § Δεν έν παρά να γένει (Αλεξ. 265
        • (με επόμ. αναφορ. πρόταση):
          • § ουδέν παίρνει απέ τον καρπόν παρά όσον εντέχεται (Ασσίζ. 7728· 1565
        • (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. τα μόνο(ν), μοναχάς):
          • § (Σεβήρ., Διαθ. 1893), (Πανώρ. Β́ 372
          • § μηδ’ άλλο πράμα δύνεται να με παρηγορήσει παρά η θωριά σου μοναχάς (Ερωφ. Γ́ 83
          • § να κατέχεις το πως δε θέλω μοναχάς παρά το πρόσωπό σου να το θωρώ (Πανώρ. Γ́ 593
        • (επιτ. με προηγ. τα άλλος, άλλον τίποτας, κιανένας):
          • § Άλλην ουκ έχω παρά σεν (Φαλιέρ., Ιστ. 476
          • § δεν εφοβείτονε άλλον τίποτας παρά την αμαρτίαν (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ερωφ. Ά 530
      • β)εκτός από:
        • Αν πει κανένας κι άλλην παρά σέναν αγάπησα ποτέ … (Κυπρ. ερωτ. 2212
        • (πλεοναστικά με προηγ. το επίρρ. έξω):
          • § περί ποίων γραφών τών ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον έξω παρά η αυλή (Ασσίζ. 1318).
    • 2) (Επιτ. με επόμ. το επίρρ. πολλά) σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά:
      • έστεκεν (ενν. ο γενεράλες) ογιά τα Χανιά πάρα πολλά γνοιασμένος (Τζάνε, Κρ. πόλ. 15614).
  • Εκφρ.
  • 1) Παρ’ αξίαν= όπως δεν αξίζει, ανάξια:
    • (Πτωχολ. α 361).
  • 2) Παρά δαμίν= παραλίγο:
    • (Ερμον. Μ 111).
  • 3) Παρά διαβόλου, βλ. διάβολος 1ζ.
  • 4) Παρ’ ελπίδα, βλ. ελπίς 1γ.
  • 5) Παρά λόγου= χωρίς λόγο:
    • (Χρον. Μορ. H 4175).
  • 6) Παρ’ ολίγον, βλ. ολίγον Εκφρ. 8.
  • 7) Παρ’ όνομα, βλ. όνομα Εκφρ. 3.
  • 8) Παρά ποτέ= περισσότερο από ποτέ:
    • (Ερωτόκρ. Δ́ 1368), (Θυσ. 420).
  • 9) Παρά τα πάντα= πάνω απ’ όλα:
    • (Μαχ. 64211).
  • 10) Παρά το πρώτον= (?)περισσότερο από πριν:
    • (Φυσιολ. (Legr.) 74).
  • 11) Παρά της ώρας= αμέσως:
    • (Καλλίμ. 2554).
  • 12) Παρ’ ώραν= πρόωρα:
    • (Καλλίμ. 1045).

[αρχ. πρόθ. παρά. Ο τ. και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

πηδάλιο το [piδálio] Ο40 : 1. το όργανο με το οποίο διευθύνεται σκάφος, αεροσκάφος κτλ.· (πρβ. τιμόνι): Tο ~ έπαθε βλάβη και το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο. Στο ~ του πλοίου βρίσκεται ένας έμπειρος καπετάνιος. Tραβώντας το ~ το αεροπλάνο πήρε ύψος. 2. (μτφ.) διοίκηση, διακυβέρνηση, διεύθυνση: Kρατάει με επιτυχία το ~ της πολιτείας / της οικογένειάς του / της εταιρείας. Παίρνω το / κάθομαι στο ~, διευθύνω, κυβερνώ, διοικώ.

[λόγ. < αρχ. πηδάλιον `πλατύ κουπί που χρησίμευε για τιμόνι΄]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s