ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ(ΝΕΦ 202)

επί [epi] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και επι-)· παθαίνει έκθλιψη πριν από φωνήεν και τρέπει το [p] σε [f] όταν η επόμενη λέξη άρχιζε από δασυνόμενο φωνήεν. I1. (με γεν.) α. δηλώνει χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία που συνεπάγεται η λέξη που ακολουθεί· την εποχή του / της: ~ Tουρκοκρατίας, την εποχή της Tουρκοκρατίας. ~ Bενιζέλου, την εποχή του Bενιζέλου. (έκφρ.) ~ των ημερών* κάποιου. ~ του παρόντος*. β. με τοπική σημασία: επ΄ ώμου*. ΦΡ εφ΄ ενός ζυγού*. γ. δηλώνει σκοπό: Kυρίες / δεσποινίδες ~ των τιμών*. || συνήθ. σε ΦΡ και εκφράσεις ~ τόπου*. ~ ξυρού ακμής*. εφ΄ όρου* ζωής. ~ μέρους*. θέτω ~ τάπητος* (ένα θέμα). ατάκα* κι ~ τόπου. 2. (με αιτ.) δηλώνει χρονική διάρκεια: ~ πολύ / ~ πολλή ώρα, για πολύ / (για) πολλή ώρα. (έκφρ.) ~ μακρόν*. ~ σειρά* ετών. επ΄ αόριστον*. επ΄ άπειρον*. ΦΡ ~ γενεές* γενεών. || δηλώνει σκοπό. (έκφρ.) ~ τούτο* / επί τούτου*. || δηλώνει προσέγγιση. (έκφρ.) ως ~ το πλείστον*. || δηλώνει κατεύθυνση σε γυμναστικά ή στρατιωτικά παραγγέλματα: Kλίνατε ~ δεξιά / επ΄ αριστερά, στροφή προς τα δεξιά / προς τα αριστερά. 3. (λόγ.) σε ΦΡ και εκφράσεις ~ ποινή*. ~ τιμή*. ~ παραδείγματι*. ~ θύραις*. επ΄ ονόματι* κάποιου. επ΄ αυτοφώρω*. ~ λέξει, με τα ίδια λόγια, ακριβώς: Tου είπα ~ λέξει τα εξής. || (αθλ.) άλμα ~ κοντώ*. II. (μαθημ.) ονομασία του συμβόλου ή σημείου του πολλαπλασιασμού ( ? ή ×): Δύο ~ τρία. Πολλαπλασιασμός του πέντε ~ το επτά.

[λόγ.: I1, 2: αρχ. ἐπί & ἐπ΄ (πριν από φων.) & ἐφ΄ (πριν από το σύμφ. [h] : δες δασεία)· I3: σε μτφρδ. (γαλλ. à peine, mot à mot, γερμ. zum Beispiel με βάση την αρχ. σύντ. ἐπί παραδείγματος)· II: ως αντ. του διά (αρχ. ἐπί με αριθμούς: `επιπλέον΄)]

[Λεξικό Κριαρά]

επί, πρόθ.· ιπί.

[αρχ. πρόθ. επί. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

επι- 1 [epi] & επ- [ep] ή εφ- [ef] σε παλαιότερη παραγωγή, πριν από φωνήεν ή δασυνόμενο φωνήεν αντίστοιχα & επί- [epí] ή έπ- [ép] ή έφ- [éf], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα με λόγια προέλευση· συνήθ. εκφράζει επιρρηματικές σχέσεις: I. τόπο. 1α. με τη σημασία του επάνω από / σε: επιπλέω· επιστόμιο, επωμίδα· επιτραπέζιος, επιτύμβιος, έφιππος· (σε ρήματα) με την έννοια του απλώνω κτ. επάνω σε ολόκληρη την επιφάνεια: επαλείφω, επαργυρώνω, επικαλύπτω, επιχρυσώνω· επικάλυψη, επίστρωση· επάργυρος. β. (συνήθ. ανατ., ιατρ.) δηλώνει το άνω τμήμα του μέρους του σώματος που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επιγάστριο. γ. (συνήθ. ανατ., ιατρ.) δηλώνει το εξωτερικό τμήμα, στρώμα αυτού που εκφράζει ή υποδηλώνει η πρωτότυπη λέξη: επιδερμίδα, επικάρδιο. 2. προσδιορίζει το πρόσωπο που κατέχει ανώτερη θέση σε σχέση με άλλους της ίδιας επαγγελματικής κλίμακας· (πρβ. αρχι-I1): επίατρος, επιδιαιτητής, επισμηναγός. || σε ρήματα δηλώνει την ενέργεια του επικεφαλής: επιβλέπω, επιθεωρώ, επιστατώ. II. χρόνο. 1. γι΄ αυτό που έρχεται ή υπάρχει ύστερα από κάτι που προηγήθηκε και το οποίο συνήθ. δηλώνεται από την πρωτότυπη λέξη: επίγονος, επίλογος· (ιατρ.) επιλοίμωξη, επιπαροξυσμός· (ιστ.) επιπαλαιολιθικός. 2. (με λέξεις που εκφράζουν χρόνο) για τη δήλωση διάρκειας τόσης όση δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: εφήμερος· εφημερεύω· εφημερία· (πρβ. δια-I4). 3. για κτ. που γίνεται την ίδια στιγμή ή με την ευκαιρία αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επικήδειος, επιμνημόσυνος. III. ποσό. 1. επιτείνει τη σημασία της πρωτότυπης λέξης: επαυξάνω, επιβεβαιώνω, επιβραδύνω, επιταχύνω· επαύξηση· επιβεβαιωτικός. 2. δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη γίνεται συμπληρωματικά: επιχορηγώ· επιμαρτυρία, επίμετρο, επιχορήγηση. 3. (σε ρήματα) προσδιορίζει το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επισφραγίζω, επιλέγω. IV. σκοπό ή αιτία· (σε επίθετα) δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποβλέπει, πλησιάζει σε αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή το προκαλεί: επιβλαβής, επίδοξος, επιζήμιος, επικερδής, επιθανάτιος, επίτοκος· επικερδώς, επωφελώς. V. τρόπο· δηλώνει εχθρική διάθεση: επιτίθεμαι, επιφέρω· επίθεση. || καταπάτηση μιας συμφωνίας: επιορκία· επίορκος. || αμοιβαία σχέση: επιγαμία, επικοινωνία, επιμειξία. VI. χωρίς να έχει στα νέα ελληνικά κάποια εμφανή σημασία: επαινώ, εφοδιάζω· επάγγελμα, έπαινος, έφεση, εφετείο, εφεύρεση, εφόδια, εφοπλιστής· επίστομα.

[λόγ. < αρχ. ἐπ(ι)- < πρόθ. ἐπί `πάνω σε΄ ως α’ συνθ.: αρχ. ἐπι-βαίνω, ἐπί-κειται, ἐπι-βεβαιῶ, ἐπι-κλινής, ἐπί-γονοι & γαλλ. épi- < αρχ. ἐπι-: επί-κεντρο, επι-φαινόμενο, επι-ζωοτία < γαλλ. épicentre, épiphénomène, épizootie & μτφρδ. γαλλ.: επι-δομή < superstructure, επι-διαιτητής < surarbitre· λόγ. < αρχ. ἐφ- < ἐπ(ι)- πριν από το σύμφ. [h] (δες δασεία): αρχ. ἐφ-ήμερος· το α’ συνθ. περιορίστηκε σε λειτουργία προθήματος και στη σημερ. μορφή της γλ. τα περισσότερα παράγωγα δεν αναλύονται πια]

αύριον, επίρρ.· αύρι· αύριο· της αύριο· της αύριου· της αυρίου.

[αρχ. επίρρ. αύριον. O τ. ‑ιο και σήμ.]

υπάγω [ipáγo] -ομαι Ρ πρτ. υπήγα, αόρ. υπήγαγα, απαρέμφ. υπαγάγει, παθ. αόρ. (σπάν.) υπάχθηκα, γ’ πρόσ. (λόγ.) και υπήχθη, υπήχθησαν, απαρέμφ. υπαχθεί : I.εντάσσω κπ. ή κτ. σε μια ιεραρχημένη σειρά, συνήθ. υπό τη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: H Aρχαιολογική Yπηρεσία υπάγεται στο Yπουργείο Πολιτισμού. II. (λόγ.) πηγαίνω, στη ΦΡ ύπαγε οπίσω μου Σατανά*.

[λόγ. < αρχ. ὑπάγω `φέρνω κάτω από΄]

άγω [áγo] -ομαι Ρ (μόνο στον ενεστ.) : (λόγ.) οδηγώ κπ. (έκφρ.) ~ και φέρω* κπ. άγεται και φέρεται*.

[λόγ. < αρχ. ἄγω]

[Λεξικό Κριαρά]

άγω.

[αρχ. άγω. Βλ. και άγωμεν]

[Λεξικό Γεωργακά]

άγω [áγo] pass άγομαι, pt αγόμενος, aor subj αχθώ (L)

[fr AG ἄγω cf άι, άιντε, άμε]

εισβαίνω.

[αρχ. εισβαίνω. Βλ. και σεβαίνω. Τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr.)]

επαίρνω· απαίρνω· απαίρω· επαίρω· παίρνω· ’παίρω· αόρ. ηπήρεν.

[<αρχ. επαίρω. Ο τ. ’παίρω και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. παίρνω στο Βλάχ. (πέ‑) και σήμ.]

πάντερπνος, επίθ.· πάντρεπνος.

[<παν‑ + επίθ. τερπνός. Η λ. τον 5.-6. αι.]

ανευχάριστος, επίθ.

[<στερ. αν‑ + ευχαριστώ ή επίθ. ευχάριστος. H λ. στο LBG, στο Somav. και σήμ. ιδιωμ.]

συμβία η [simvía] Ο25α : (λόγ., ειρ.) η σύζυγος.

[λόγ. < ελνστ. συμβία]

κουρσεύω [kursévo] -ομαι Ρ5.2 : (λαϊκότρ.) κάνω πειρατική επιδρομή και με επέκταση λαφυραγωγώ, λεηλατώ: Οι πειρατές κούρσευαν και ρήμαζαν τα νησιά μας. Kουρσεμένο κάστρο. Kουρσεμένη πόλη. Tου κούρσεψαν το βιος. || (μτφ., λογοτ.): Kούρσεψαν τα νιάτα μας.

[μσν. κουρσεύω < κούρσ(ος) -εύω]

[Λεξικό Κριαρά]

κουρσεύω (I)· κορσεύω· κουρσεύγω· κουρτζεύ(γ)ω· κουσεύω· κρουσεύ(γ)ω.

[<ουσ. κούρσος + κατάλ. ‑εύω. Ο τ. ‑γω στο Somav. και σήμ. κρητ. O τ. κρουσεύγω στο Bλάχ. και τ. κρουσεύγου σήμ. ιδιωμ. O τ. κρουσεύω στο Somav. H λ. τον 9. αι., σε σχόλ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]

κουρσεύω (II).

[<ουσ. κούρσα ή *κούρσο (<ιταλ. corso) + κατάλ. ‑εύω]

καβαλάρης ο [kavaláris] Ο11 πληθ. και καβαλαραίοι, θηλ. καβαλάρισσα [kavalárisa] Ο27 : I1.αυτός που είναι ανεβασμένος επάνω σε άλογο, που είναι καβάλα σε άλογο. || (έκφρ.) ο μαύρος ~, ο χάρος. μοναχικός ~, για κπ. που ακολουθεί μοναχική πορεία στη ζωή. 2. (οικ.) στρατιώτης που υπηρετούσε στο ιππικό· ιππέας: Πεζοί και καβαλάρηδες πολιόρκησαν το κάστρο. II. για κατασκευή που έχει το σχήμα που παίρνουν τα πόδια του καβαλάρη. 1α. οριζόντιο δοκάρι που αποτελεί την κορυφή δίριχτης στέγης. β. καθένα από τα κεραμίδια που καλύπτουν την κορυφή της στέγης. 2. σε έγχορδο όργανο, η ξύλινη πλάκα επάνω στην οποία είναι τεντωμένες οι χορδές.

[μσν. καβαλλάρης < ελνστ. καβαλλάριος με αποφυγή της χασμ. (ορθογρ. απλοπ.) < υστλατ. caballarius (διαφ. το μσν. καβαλάριος `ιππότης΄ σημδ. γαλλ. chevalier)· καβαλάρ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Κριαρά]

καβαλάρης ο· καβαλλάρης· καβελάρης· πληθ. καβαλαραίοι· καβαλάροι· καβαλαροί· καβαλλαράδες· καβαλλάροι· καβελαραίοι.

[<ουσ. καβαλάριος. H λ. τον 7. αι. (Lampe, ‑λλ‑, βλ. και Soph., ‑λλ‑) στο Βλάχ. και σήμ.]

μαγαρίζω [maγarízo] -ομαι Ρ2.1 : (λαϊκότρ.) 1α. λερώνω, ιδίως με κόπρα να: H γάτα μαγάρισε το κρεβάτι. β. μολύνω κτ., το καθιστώ ακατάλληλο για να φαγωθεί: Kάτι μαγαρισμένο θα ΄χεις φάει, γι΄ αυτό πονάει η γλώσ σα σου. 2. λερώνομαι, μολύνομαι: Mαγάρισε το παιδί, λερώθηκε. 3. (μτφ.) α. μιαίνω, βεβηλώνω κτ.: Οι άπιστοι μαγάρισαν τις εκκλησιές μας. || αποπλανώ: Mαγάρισε την κοπέλα στα δώδεκά της χρόνια. β. μιαίνομαι: Δεν μπήκε στο τούρκικο σπίτι για να μη μαγαρίσει. || (παρωχ.) για ερωτι κή πράξη με αλλόθρησκο: Mαγάρισε με μια άπιστη. 4. (παθ.) παραβιάζω περίοδο νηστείας: Tώρα που μαγαρίστηκες πώς θα κοινωνήσεις;

[μσν. μαγαρίζω < *μεγαρίζω με υποχωρ. αφομ. [e-a > a-a] < ελνστ. μέγαρ(α) τά `λάκκοι όπου έριχναν χοίρους κατά τα Θεσμοφόρια΄, σημιτ. προέλ. (πρβ. εβρ. meārāh) -ίζω (διαφ. τα αρχ. μέγαρα, Μέγαρα)]

[Λεξικό Κριαρά]

μαγαρίζω· μεγαρίζω.

[<ουσ. μαγαρίτης – αραβ. Muhᾱdžir + κατάλ. ‑ίζω (Kahane, GR I 344-54, 622)· λίγο πιθ. <αρχ. ή μτγν. μεγαρίζω (<αρχ. ή μτγν. μέγαρα, Ανδρ., ΛΚΝ). Η λ. τον 9. αι. και σήμ.]

εκβάλλω [ekválo] -ομαι στη σημ. 1 Ρ πρτ. εξέβαλλα, αόρ. εξέβαλα, απαρέμφ. εκβάλει, παθ. αόρ. εκβλήθηκα, απαρέμφ. εκβληθεί : 1. (λόγ.) βγάζω κτ. ή κπ. έξω από ένα χώρο, με δύναμη ή με βία. 2. (για ποταμό) χύνω τα νερά μου, καταλήγω: Ο Aξιός εκβάλλει στο Θερμαϊκό κόλπο. Ο Nείλος εκβάλλει στη Mεσόγειο σχηματίζοντας ένα τεράστιο δέλτα.

[λόγ. < αρχ. ἐκβάλλω (στη σημ. 1) και κατά τη σημ. της λ. εκβολή]

[Λεξικό Κριαρά]

εκβάλλω· ξεβάλλω· αόρ. εξήβαλα· ’ξέβαλα· υποτ. εξηβάλω· προστ. εξέβαλε.

[αρχ. εκβάλλω. Βλ. και βγάλλω]

τρυφή η [trifí] Ο29 : (λόγ.) τρυφηλή ζωή.

[λόγ. < αρχ. τρυφή]

θαυμαστός, επίθ.· θαμαστός· θαμαχτός· θαυμασθός.

[αρχ. επίθ. θαυμαστός. Οι τ. θαμαστός και θαμαχτός και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

θαυμαστός -ή -ό [θavmastós] Ε1 : που προκαλεί το θαυμασμό· αξιοθαύμαστος: Έχει μια θαυμαστή ικανότητα να πείθει τους συνομιλητές του. Ο ~ κόσμος των ζώων. (έκφρ.) Mέγας είσαι, Kύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου: α. (εκκλ.) έκφραση θαυμασμού μπροστά στο θεϊκό μεγαλείο. β. (γενικότ.) έκφραση έντονης έκπληξης για κτ. θαυμαστά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. θαυμαστός]

παμφρόνιμος, επίθ.· παφρόνιμος· υπερθ. παμφρονιμότατος.

[<παν‑ + επίθ. φρόνιμος. Η λ. το 12. αι.]

οικουμένη η [ikuméni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : ολόκληρη η γη· υφήλιος, κόσμος: Tαξίδεψε ως τα πέρατα της οικουμένης. Δεν ξανάγινε τέτοιο πράγ μα σε ολόκληρη την ~

σκευή η [skeví] Ο29 : το σύνολο των αντικειμένων τα οποία είναι απαραίτητα σε κπ. για την εκπλήρωση κάποιου έργου· ο εξοπλισμός: H ~ του μηχανικού. || (μτφ.): H ~ του φιλολόγου.

[λόγ. < αρχ. σκευή]

σκουτάρι το [skutári] Ο44 : (λογοτ.) η ασπίδα.

[μσν. σκουτάριν < σκουτάριον < σκούτ(ον) υποκορ. -άριον < λατ. scut(um) -ον]

ιστορισμένος -η -ο [istorizménos] Ε3 : (λογοτ.) ζωγραφισμένος: Tοίχοι ιστορισμένοι με παραστάσεις.

[μσν. ιστορισμένος μππ. του ιστορίζω `ζωγραφίζω΄ < ιστορ(ώ) μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. ιστορησ-]

μαντέλλα η.

[<ιταλ. mantella]

μαντέλλο το· μανδέλλο· μαντέλλον· μαντήλλον.

[<ιταλ. mantello. Η λ. (Meursius, ‑έλω) και τ. ‑ήλλο κα

σήμ. ιδιωμ.]

[λόγ. < ελνστ. μάργαρον `μαργαριτοφόρο στρείδι΄]

 

 

εξεστηκός, επίθ.· ’ξεστηκός· ’ξηστηκός.

[μτχ. παρκ. του εξίσταμαι ως επίθ. Οι τ. και σήμ. κυπρ. Η λ. στο Du Cange]

επαινώ· παινώ.

[αρχ. επαινέω. Η λ. και ο τ. και σήμ.]

φρόνηση η [frónisi] Ο33 : τρόπος σκέψης και αντίστοιχη πρακτική που χαρακτηρίζεται από λογική, σύνεση, ωριμότητα: Ενεργεί / συμπεριφέρεται με ~.

συμπάθιο το [simbáθxo] Ο39 : (λαϊκότρ.) συγγνώμη, κυρίως στην έκφραση με το ~: α. για να ζητήσουμε συγγνώμη όταν αναφέρουμε ή κάνουμε κτ. που το θεωρούμε απρεπές: Xόντρυνε, έγινε σαν γουρούνι, με το ~. β. σε περιπτώσεις που περιγράφεται με κίνηση των χεριών ένα μέγεθος: Έφαγε ένα κομμάτι γλυκό τόσο, με το ~.

[μσν. συμπάθιο < συμπαθ(ώ δες συμπαθάω) -ιο]

έπαινος (II) το· έπαινον (μόνον ονομ. και αιτιατ.).

[<ουσ. έπαινος ο. Η λ. τον 9. αι. (

καλόν (I) το· καλό.

[αρχ. ουσ. καλόν (L‑S, λ. ‑ός). O τ. και σήμ.]

άχρηστος, επίθ.

[αρχ. επίθ. άχρηστος. H λ. και σήμ.]

άφαντος (I), επίθ.

[αρχ. επίθ. άφαντος. H λ. και σήμ.]

λαμπάς η· λαμπάδα.

[αρχ. ουσ. λαμπάς. Ο τ. και σήμ.]

κλίβανος ο.

[αρχ. ουσ. κλίβανος. Η λ. και σήμ.]

λιθαρόπουλο(ν) το.

[<ουσ. λιθάρι(ν) + κατάλ. ‑πουλο(ν)]

σκέπασμα το [sképazma] Ο49 : 1. η ενέργεια του σκεπάζω. 2α. εκείνο με το οποίο καλύπτουμε ένα άνοιγμα· το καπάκι: Bάλε το ~ στην κατσαρό λα. Tο ~ του πηγαδιού έλειπε. Πού είναι το ~ του μπουκαλιού; β. κλινο σκέπασμα, συνήθ. κουβέρτα ή πάπλωμα: Δεν έχω αρκετά σκεπάσματα για όλους. Ρίξε μου ένα ~ ακόμα!

[αρχ. σκέπασμα]

χαλασμός ο [xalazmós] Ο17 : για φαινόμενο που παρουσιάζεται με μεγάλη ένταση και που προκαλεί αναταραχή, συνήθ. στην έκφραση γίνεται ~ (κόσμου / Kυρίου): Έξω βρέχει ραγδαία, γίνεται ~. Γίνεται ~ κόσμου στις ουρές των λεωφορείων, μεγάλη αναστάτωση, συνωστισμός. Έγινε ~ μόλις εμφανίστηκε ο υποψήφιος βουλευτής / ο τραγουδιστής, από ενθουσιασμό.

[ελνστ. χαλασμός `χαλάρωση΄ κατά τη σημ. του χαλώ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

απελάτης ο [apelátis] Ο10 : άτακτος πολεμιστής, συνήθ. αραβικής καταγωγής, που δρούσε στα ανατολικά σύνορα του βυζαντινού κράτους.

[λόγ. < ελνστ. ἀπελάτης (< ἀπελαύνω) `που οδηγεί μακριά, κλέφτης αγελάδων΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]

[Λεξικό Κριαρά]

απελάτης ο.

[μτγν. ουσ. απελάτης· βλ. και LBG. H λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]

απελάτης [apelátis] ο,

[fr MG απελάτης (5th-6th c.) ← K (Ptolemy, 2nd c. AD)]

συντυχαίνω [sintixéno] Ρ αόρ. σύντυχα, απαρέμφ. συντύχει : (λαϊκότρ., λογοτ.) συναντώ, ανταμώνω.

[μσν. συντυχάνω < αρχ. συντυγχάνω με αποβ. του [ŋ] πριν από [x] και μεταπλ. κατά το τυγχάνω > τυχαίνω]

σμύρνα η [zmírna] Ο25 : αρωματική ρητίνη.

[λόγ. < αρχ. σμύρνα]

λίβανον το.

[ουσ. λίβανος με αλλαγή γένους]

διάλεκτος η [δiálektos] Ο36 : ιδίωμα με μεγάλη έκταση ή με σημαντικές διαφορές από την κοινή στην προφορά, στη μορφολογία, στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο, που δε θεωρείται όμως διαφορετική γλώσσα: Kυπριακή / ποντιακή / τσακώνικη ~. || Mιλάει στη ρουμελιώτικη διάλεκτο, ιδίωμα. || ποικιλία μιας γλώσσας: H αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται εξαρχής χωρισμένη σε διαλέκτους, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν η ιωνική, η αττική, η αιολική και η δωρική.

[λόγ. < ελνστ. διάλεκτος, αρχ. σημ.: `κοινή γλώσσα΄]

[Λεξικό Κριαρά]

διάλεκτος η· διάλεχτος.

[αρχ. ουσ. διάλεκτος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]

διαλεκτός, επίθ.· διαλεχτός.

[<διαλέγω. Η λ. τον 9. αι. (LBG). O τ. και σήμ.]

θυμιάζω [θimnázo] -ομαι Ρ2.1 : θυμιατίζω.

[μσν. θυμιάζω < αρχ. θυμι(ῶ) μεταπλ. -άζω με βάση το συνοπτ. θ. θυμιασ-]

[Λεξικό Κριαρά]

θυμιάζω.

[<αόρ. του αρχ. θυμιάω. Η λ. το 10. αι. (L‑S· βλ. και Lampe) και σήμ.]

ανδραγαθία η [anδraγaθía] Ο25 : η ιδιότητα του ανδρείου, του γενναίου· παλικαριά. (λόγ. έκφρ.) επ΄ ~, για πράξη ανδρείας, γενναιότητας: Προήχθη επ΄ ~ στο βαθμό του λοχαγού.

[λόγ. < αρχ. ἀνδραγαθία]

[Λεξικό Κριαρά]

ανδραγαθία η· ανδραγαθιά· αντραγαθία· αντραγαθιά.

[αρχ. ουσ. ανδραγαθία. O τ. αντρα‑ και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]

ανδραγαθία [an∂raγaθía] η, (& Solom ανδραγαθιά) (l)

[fr MG ανδραγαθία ← AG; the form ἀνδραγαθιά also MG]

Άμμων [ámon] ο, (& Άμμωνας) anc relig & hist

[fr AG 0Aμμων ←Egypt. Amun, earlier Amana]

τιμητικός -ή -ό [timitikós] Ε1 : 1. που γίνεται, απονέμεται ή συγκροτείται για να τιμηθεί κάποιο σπουδαίο συνήθ. πρόσωπο: Tιμητική εκδήλωση / πομπή / φρουρά. Tιμητικό άγημα. ~ τόμος*. ~ τίτλος, χωρίς να ασκείται η σχετική εξουσία ή το σχετικό λειτούργημα. Tιμητική διάκριση, που απονέμεται σε πρόσωπο ή σε έργο πνευματικής δημιουργίας. Είναι πολύ τιμητικό για μένα να συνεργαστώ μαζί σας. 2. (ως ουσ.) η τιμητική: α. εκδήλωση για να τιμηθεί κάποιος, συνήθ. ένας σπουδαίος ηθοποιός· (πρβ. ευεργετική). (έκφρ.) έχω την τιμητική μου, για κπ. ή για κτ. που βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος: Στις γιορτές τα ανθοπωλεία έχουν την τιμητική τους. || (πειραχτικά) όταν μου συμβαίνουν πολλές μικρές ατυχίες ή αναποδιές· ΣYN έκφρ. έχω την ευεργετική μου. β. άδεια που δίνεται σε στρατιώτη ως ανταμοιβή, τιμητικά. τιμητικά ΕΠIΡΡ: Tου έδωσαν ~ τον τίτλο του προέδρου.

 

 

ποίημα το [píima] Ο49 : 1. λογοτεχνικό έργο διατυπωμένο σε στίχους: Γράφω / συνθέτω / απαγγέλλω / διαβάζω ποιήματα. Συλλογή / ανθολογία ποιημάτων. Λυρικά / επικά ποιήματα. Οι έφηβοι συνηθίζουν να γράφουν ποιήματα. Ο συνθέτης μελοποίησε ποιήματα του Ελύτη. Έχω ~, κυρίως για μαθητή σχολείου που του έχει ανατεθεί η απαγγελία ποιήματος σε σχολική γιορτή. || (έκφρ.) λέω κτ. σαν ~, από στήθους και με γρήγορο ρυθμό. ΦΡ λέω το ~: α. (για πρόσ.) πεθαίνω: Πάει, το είπε κι αυτός το ~. β. (για πργ.) φθείρομαι τελείως, καταστρέφομαι: Tα παπούτσια μου το είπαν το ~. γ. για φράση ή φράσεις που τις επαναλαμβάνει κάποιος συχνά. 2. (μτφ.) καθετί το εξαιρετικά ωραίο από αισθητική άποψη: Ο πίνακας / το φιλμ / το δαχτυλίδι είναι (ένα) ~. Tο φόρεμά της είναι (ένα) ~. ποιηματάκι το YΠΟKΟΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. ποίημα (αρχική σημ.: `κτ. κατασκευασμένο΄)· 2: σημδ. γαλλ. poème < λατ. poema < αρχ. ποίημα]

πάρα [pára] & [para] στη σημ. 2β και συχνά στη σημ. 2α επίρρ. ποσ. : επιτείνει τη σημασία της λέξης που ακολουθεί. 1. προτάσσεται στο επίθετο πολύς και στο επίρρημα πολύ: ~ πολύς κόσμος. ~ πολλή δουλειά. ~ πο λύ θάρρος. ~ πολύ όμορφο. Ευχαριστώ ~ πολύ. Δούλεψε ~ πολύ σκλη ρά, αλλά τα κατάφερε. || με τη σημασία υπερβολικά πολύ, παραπάνω από ό,τι έπρεπε, προκειμένου για καταστάσεις δυσάρεστες: Δούλεψε ~ πολύ σκληρά κι έπαθε υπερκόπωση. Έφαγε ~ πολύ και βαρυστομάχιασε, έφαγε υπερβολικά πολύ ή παραέφαγε και βαρυστομάχιασε· (βλ. παρα- 2). 2. προτάσσεται σε οποιαδήποτε άλλη λέξη: α. Πέρνα την ~ άλλη εβδομάδα, την πιο άλλη, τη μεθεπόμενη εβδομάδα. Tην ~ ~ ~ άλλη εβδομάδα, την τέταρτη εβδομάδα ύστερα από αυτή που διανύουμε. Ο ~ προσπαππούλης, ο προ προπάππος. β. σε χαλαρή σύνθεση, όταν δεν υπάρχει έμφαση, σε εναλλαγή με το παρα- 2: ~ πίσω, παραπίσω. ~ πάνω, παραπάνω. || σε εκφορές με επανάληψη του ρήματος: Έχει και ~ έχει, έχει και με το παραπάνω. Θέλω και ~ θέλω, θέλω πάρα πολύ.

[< παρά 1]

[Λεξικό Κριαρά]

παρά, πρόθ.· πάρα.

[αρχ. πρόθ. παρά. Ο τ. και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρά 1 [pará & para] πρόθ. παθαίνει έκθλιψη πριν από φωνήεν· (βλ. και παρα- 1) : συντάσσεται: I. με αιτιατική και δηλώνει: 1. αντίθεση ή εναντιότητα· αντίθετα με / προς. α. με έναρθρη αιτιατική: ~ το νόμο / τη διαταγή / τη συμφωνία. Tο έκαναν ~ τη θέλησή μου. ~ το φοβερό κρύο ήταν ελαφρά ντυμένος. || σε λόγια σύνταξη με αιτιατική χωρίς άρθρο, συνήθ. στις εκφράσεις: ~ φύσιν / φύση*. παρ΄ ελπίδα*. ~ (πάσαν) προσδοκίαν*. || παρ΄, όταν υπάρχει το όλος πριν από την έναρθρη – με επίθετο ή χωρίς επίθετο- αιτιατική: Παρ΄ όλη την καλή του διάθεση δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει, παρόλο που ήθελε, δεν μπόρεσε. Παρ΄ όλο το θάρρος που έδειξε… (έκφρ.) παρ΄ όλα αυτά, για αντίθεση προς όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως: Παρ΄ όλα αυτά, επιμένει. ~ ταύτα*. β. στις εκφορές ~ το ότι / παρ΄ ότι / ~ το γεγονός ότι, στη θέση αντιθετικού υποτακτικού συνδέσμου· παρόλο που, αν και: Tο ποσοστό της εγκληματικότητας αυξήθη κε, ~ το γεγονός ότι εντάθηκαν τα αστυνομικά μέτρα. Παρ΄ ότι προσπά θησε αρκετά, δεν κατάφερε να περάσει τις εξετάσεις. 2. διαφορά προς το λιγότερο, δηλαδή πόσες μονάδες υπολείπονται, για να συμπληρωθεί το σύνολο που εκφράζει το απόλυτο αριθμητικό που προσδιορίζει: Ένα εκατομμύριο ~ χίλιες δραχμές, λείπουν χίλιες δραχμές. ~ μια μονάδα δε βγήκε πρώτη. || για την εκφώνηση της ώρας: Tο κουδούνι χτυπά στις τέσσερις ~ δέκα. Mεσάνυχτα ~ πέντε. (έκφρ.) ~ λίγο* / παρ΄ ολίγο*. ΦΡ ~ τρίχα* / γουρουνότριχα*. (στο) ~ πέντε*. ~ μία(ν) τεσσαράκοντα*. 3. χρόνο (εναλλαγή): Έρχεται μέρα ~ μέρα, μια μέρα έρχεται, μια δεν έρχε ται ή έρχεται κάθε δύο μέρες. II. σε λόγιες εκφορές: α. με αιτιατική, με την αρχική σημασία του κοντά, δίπλα: ~ πόδα* και ως ΦΡ. β. με την αρχαία δοτική έχει την έννοια του κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου: Δικηγόρος παρ΄ Aρείω Πάγω. Yπουργός / υφυπουργός ~ τω πρωθυπουργώ*.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. παρά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρά 2 σύνδ. : 1. αντιθετικός· ενώνει μία αρνητική πρόταση ή έννοια με ακόλουθη καταφατική σε: α. αντίθεση με περιορισμό (συχνά μαζί με το μόνο / μοναχά), όταν στην αρνητική πρόταση υπάρχει το τίποτε, κανείς, άλλος, τίποτε άλλο, κανείς άλλος: Άλλο δε σκέφτεται ~ μόνο να φύγει μακριά, το μόνο που σκέφτεται είναι να φύγει μακριά. Δεν του απόμεινε ~ αυτή η παρηγοριά. Δεν κάναμε τίποτε ~ μόνο περιμέναμε ώρες. Άλλο δεν άκουσα ~ μια βαθιά αρμονική φωνή, άκουσα μόνο μια βαθιά αρμονι κή φωνή. Δεν έχεις ~ να μου το πεις, αρκεί μόνο να μου το πεις. || σε προτάσεις ερωτηματικές που ισοδυναμούν με αρνητικές: Ποιος μας βοήθησε ~ ο πατέρας σου;, κανένας άλλος δε μας βοήθησε παρά μόνο ο πατέρας σου. || στις εκφράσεις δεν μπορεί / δε γίνεται ~ να, εξάπαντος, οπωσδήποτε: Όλα αυτά δεν μπορεί ~ να μας κάνουν διστακτικούς, μας κάνουν οπωσδήποτε διστακτικούς. Δε γίνεται ~ να αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια, οπωσδήποτε αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. β. απλή αντιθετική σύνδεση· αλλά: Nα μην καθίσεις ~ να φύγεις αμέσως, αλλά αντίθετα να φύγεις. Δεν κάθεται ~ τρέχει από το πρωί ως το βράδυ. Yπάρχουν προβλήματα όχι πραγματικά ~ φανταστικά. || σε ερωτηματική πρόταση που ισοδυναμεί με αρνητική: Tι κακό μάς έκανε, ~ μας βοήθησε όσο μπόρεσε;, δε μας έκανε κανένα κακό παρά μας βοήθησε όσο μπόρεσε. γ. επιδοτική αντιθετική σύνδεση με τη μορφή όχι μόνο… ~ και: Όχι μόνο στην ποίη ση ~ και στο πεζό. Όχι μόνο να μην γκρινιάζεις ~ και να λες ευχαριστώ. 2. συγκριτικός· από. α. ύστερα από επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού (ο β’ όρος σύγκρισης μπορεί να είναι ένα μέρος του λόγου, εμπρόθε το ή πρόταση): Προτιμώ να διαβάζω ~ να γράφω. Προτιμότερος ο θάνατος ~ τέτοια ζωή. Είναι πιο όμορφα εδώ ~ εκεί. Είναι πιο πονηρός παρ΄ ό,τι φαίνεται, από όσο φαίνεται. ~ ποτέ, από οποιαδήποτε άλλη φορά στο παρελθόν: Ωραιότερη ~ ποτέ. || περισσότερο*… ~. ΠAΡ Kάλλιο πέντε και στο χέρι ~ δέκα και καρτέρει*. Kάλλιο γαϊδουρόδενε* ~ γαϊδουρογύρευε. Kάλλιο αργά ~ ποτέ. Kάλλιο πρώτος στο χωριό ~ δεύτερος στην πόλη*. || σε σύγκριση που υπολανθάνει: Έτρεμε από φόβο ~ από ντροπή, περισσότερο από φόβο παρά από ντροπή. || ~ να, αν είναι, αν πρόκειται: ~ να κάθομαι να περιμένω, καλύτερα να πηγαίνω. Kαλύτερα να χωρίσουμε ~ να μαλώνουμε. β. ύστερα από το κάθε άλλο(ς) / οποιοσδήποτε άλλος / άλλος, σε καταφατική πρόταση: Kάθε άλλο ~ ενδιαφέρουσα είναι η δουλειά του, κάθε άλλο εκτός από ενδιαφέρουσα, δεν είναι καθόλου ενδιαφέρουσα. Aν ήταν άλλος ~ εσείς δε θα το έκανα, άλλος και όχι εσείς.

[αρχ. παρά (δες παρά 1) (η συγκρ. σημ. ελνστ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρα- 1 [para] & παρ- 1 [par], συνήθ. σε παλαιότερη παραγωγή πριν από φωνήεν & παρά- [pará] ή πάρ- [pár], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα που συνήθ. δηλώνει: AI1α. (κυρίως σε επίθετα) ότι το προσδιοριζόμενο βρίσκεται πλάι, κοντά σ΄ αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέ ξη: παραδουνάβιος, παραθαλάσσιος, παραμεθόριος, παραποτάμιος. || παραθέτω· παρακλάδι, παραφυάδα· παρωνυχίδα. || (ανατ., ιατρ.) παραθυρεοειδής· παρωτίτιδα. β. ενώπιον: παρελαύνω, παρέλαση. γ. παραπλεύρως, πλάγια: παρακάμπτω· (επιστ.) παρακέντηση, παροχέτευση. || (συχνά και με το εισ-) κρυφά: παρεισδύω. 2. για να δηλώσει: α. (συχνά λαϊκότρ.) βοηθητική, δευτερεύουσα ιδιότητα ή λειτουργία: παραπόρτι, παρασπίτι. β. υποκατάσταση: παραγιός, παραμάνα, παραπαίδι. γ. σύγκριση (συχνά και με το αντι-, για να ενισχυθεί η ατονημένη συγκριτική σημασία του): παραβάλλω, παραθέτω, παραβολή – αντιπαραβάλλω, αντιπαραθέτω, αντιπαραβολή. || άμιλλα: παραβγαίνω. δ. σχετική ομοιότητα: παραπλήσιος, παρόμοιος. || (ιατρ.) παρατυφοειδής. || για κτ. παρεμφερές, συμπληρωματικό: παραϊατρικός. || πάρεργο. ε. ύπαρξη και λειτουργία παράλληλη και έξω από τα πλαίσια αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παρακράτος, παραοικονομία, παρατράπεζα· παρακρατικός, παραστρατιωτικός, παρεκκλησιαστικός. II. (σε ρήματα και τα παράγωγά τους) με τη σημασία της κίνησης προς κπ., κτ. ή από κπ., κτ.: παραλαμβάνω· παραλαβή· παραδίδω, παραπέμπω· παράδοση, παραπομπή· παραδοτέος· παραπεμπτικός. III. χρόνο, συνέχιση αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραμένω, παρατείνω· παράταση. || παραχειμάζω. IV. εναντιότητα, έντονη αντίθεση, ασυμφωνία προς αυτό που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παράλογος, παράτυπος, παράφωνος· παρανομώ, παρασπονδώ· παρανομία, παρατυπία. || σχηματίζει το αντίθετο της πρωτότυπης λέξης: παρακμάζω, ANT ακμάζω· παράλογος, ANT λογικός. V1. παράβαση όσον αφορά αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραβαίνω, παρακούω, παρατιμονιά. 2. (ιατρ.) απόκλιση από την κανονική, συνήθη λειτουργία που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραίσθηση, παράνοια, παραμνησία, παραφροσύνη. VI. σκόπιμη αλλοίωση ή μεταβολή αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραποιώ, παραχαράσσω, παρερμηνεύω· παραποίηση, παραχάραξη, παρερμηνεία· παραχαράκτης. B. (χημ.) σε οργανικές ενώσεις: παραλδεΰδη, παραδιχλωροβενζόλιο.

[μσν. πρόθημα παρ(α)- (< αρχ. παρα-) `δευτερότερο, πολύ, πιο΄: μσν. παρα-κλάδιον, παρα-μπρός & λόγ. < αρχ. παρ(α)- < πρόθ. παρά ως α’ συνθ. `πλάι σε΄ αλλά και για δήλωση του περασμένου, σύγκρισης, τροποποίησης: αρχ. παρ-άλληλοι, παρα-πλέω, παρ-έρχομαι, παρα-πείθω, παρα-τίθημι `παραθέτω΄, παρ-αλλαγή & γαλλ., διεθ. para- < λατ. para- < αρχ. παρα-: παρά-μετρος < γαλλ. para-mètre, παρα-θυρεοειδής < διεθ. para- + thyroid & μτφρδ. παρα-στρατιωτικός < γαλλ. para-militaire, παρα-πληροφόρηση < αγγλ. misinformation, παρα-πόταμος < γερμ. Nebenfluss]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρα- 2 & παρ- 2, όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από [a] : α’ συνθετικό το οποίο: 1. δηλώνει επίταση, υπερβολή, παραπάνω από αυτό που πρέπει ή συνεπάγεται το β’ συνθετικό· (βλ. πάρα): ~βρά ζω, ~είμαι, ~ζεσταίνω, ~κοιμάμαι, ~φορτώνω, ~χορταίνω, παρακούω. 2. σε τοπικά επιρρήμα τα: ~πάνω, ~κάτω, ~μπρός.

[< πάρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβάζω [paravázo] Ρ αόρ. παραέβαλα και παράβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, μππ. παραβαλμένος : βάζω κτ. (τοποθετώ, εισάγω κτλ.) περισσότερο (σε ποσότητα, συχνότητα κτλ.) από όσο πρέπει: Παραέβαλες βενζίνη στο ντεπόζιτο και ξεχείλισε. Tο παράβαλα πια αυτό το φουστάνι και πρέπει να το αλλάξω, το παραφόρεσα.

[παρα- 2 + βάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβαίνω [paravéno] -ομαι Ρ αόρ. γ’ πρόσ. παρέβη, παρέβησαν, απαρέμφ. παραβεί, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : αθετώ κτ. συμφωνημένο, παραβιάζω κτ. θεσμοθετημένο: ~ συμφωνίες / νόμους / κανονισμούς / διατάξεις. Οι αντικυβερνητικοί στρατιώτες παρέβησαν τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός.

[λόγ. < αρχ. παραβαίνω]

[Λεξικό Κριαρά]

παραβαίνω.

[αρχ. παραβαίνω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβάλλω [paraválo] -ομαι Ρ πρτ. παρέβαλλα, αόρ. παρέβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, παθ. αόρ. παραβλήθηκα, απαρέμφ. παραβληθεί : συγκρίνω κτ. με κτ. άλλο παραλληλίζοντάς τα, βάζοντας το ένα δίπλα στο άλλο (για να εντοπίσω, να επισημάνω ομοιότητες, διαφορές, λάθη κτλ.): ~ το χειρόγραφο με το τυπωμένο κείμενο. || παράβαλε (συντομογρ. πρβ.), για να δηλωθεί παραπομπή, κυρίως σε κείμενα: Πρβ. σελίδα 58. || παρομοιάζω: H λειτουργία της καρδιάς μπορεί να παραβληθεί με τη λειτουργία της αντλίας.

[λόγ. < αρχ. παραβάλλω]

 

Και μετά απ’ αυτό ,ξεκίνησε ο Αλέξανδρος προς την Ασία με τα στρατεύματα του. Και εκεί έκτισε οχυρωμένη πόλη και έδωσε σε εκείνη ένα επιπλέον όνομα, Τρίπολη Πενταπόλεως. Και ήρθαν οι ανώτατοι αξιωματούχοι του Αλέξανδρου να φτιάξουν άλλο φρούριο και ο Αλέξανδρος θύμωσε πάρα πολύ και είπε : ¨Τολμηρότατοι Μακεδονίτες μου καθόλου δεν πρέπει για εμάς , από σήμερα να κτίζουμε κάστρα και να παρατήσουμε το ταξίδι μας, γιατί στα κάστρα καθόλου δύναμη δεν υπάρχει ,ούτε λύτρωση, αλλά όπου είναι τα στρατεύματα πολλά και δυνατά, εκεί είναι το σθένος και η δύναμη και η καρδιά· Γιατί εμείς πολλά κάστρα δυνατά πήραμε με το σπαθί μας και τα καταστρέψαμε.

Και την επόμενη μέρα ξεκίνησε ο Αλέξανδρος και πήγε στην χώρα της Φρυγίας, οδηγούσε την Τροία . Έφτασε στο κάστρο της Τροίας και εισήλθε, όπου παλαιότερα έφτασαν οι Έλληνες και την είχαν πολεμήσει για δώδεκα χρόνια και την κατέκτησαν και κατέστρεψαν τη  φημισμένη Τροία για την ομορφιά μιας γυναίκας., το όνομα της Ελένη.

Ήταν ,λοιπόν, σύζυγος βασιλιά από το Μοριά., από τα μέρη της Λακεδαιμονίας, του βασιλιά Μενέλαου. Ο βασιλιάς ,ο Πρίαμος ήταν βασιλιάς της Φρυγίας  και είχε γιό τον Αλέξανδρο, τον Πάρη. Και πήγε στον θεό τους ,τον Απόλλωνα ,στην Λακεδαιμονία , να προσκυνήσει , και , όταν είδε την ωραιότατη και  πανέμορφη Ελένη , την άρπαξε  και την έφερε στην Τροία. Και ούτε στον βασιλιά Πρίαμο , ούτε  στους Τρωαδίτες άρεσε η αρπαγή της Ελένης και δέχτηκαν τον Πάρη με δυσαρέσκεια. Όταν έμαθε ο βασιλιάς Μενέλαος  την αρπαγή της δικής του συζύγου, συνέταξε το στράτευμά του και έστειλε σε όλους τους βασιλείς των Ελλήνων της Κιλικίας και της Λαττωνίας και της Ατταλείας. Και συγκέντρωσαν οι βασιλείς τα στρατεύματα τους και έφτασαν με σκοπό την βοήθεια στα μέρη της Φρυγίας. Και λεηλάτησε και κατέστρεψε την χώρα της Τροίας. Εκείνη την εποχή οι ανώτατοι στρατηγοί του ιππικού της Τροίας σκοτώθηκαν από το χέρι των Ελλήνων  και από τους Έλληνες για μια γυναίκα μιασμένη. Ο προπάππους μας ο Αδάμ ,για μια γυναίκα ξεριζώθηκε από τον ευδαίμονα παράδεισο ∙ ο Σαμψών ο αξιοθαύμαστος και ανδρειωμένος χάθηκε εξαιτίας κακής γυναίκας. ∙ ο Σολομών ο αξιοθαύμαστος και ο πιο συνετός σε ολόκληρη την υφήλιο ακλούθησε για χάρη μιας γυναίκας τον Αδάνην , τον βασιλιά και έχασε το αξίωμα του. Εκείνη την εποχή στην φημισμένη Τροία οι ανδρειωμένοι αφανίστηκαν για μια γυναίκα. Και έπειτα , έφτιαξαν μια απατηλή κατασκευή και κατέκτησαν το κάστρο της Τροίας , όπως γράφει στο βιβλίο του ο Όμηρος.

Εκείνη την εποχή ήρθαν οι Τρωαδίτες και προσκύνησαν τον Αλέξανδρο με τιμή μεγάλη και πολλά δώρα.

Έφεραν σ’ αυτόν και του γιού του Αχιλλέα την ασπίδα ∙ ήταν φτιαγμένο από το δέρμα λιονταριού και ήταν ζωγραφισμένο το πρόσωπό του ∙ όπως φέγγει ο ήλιος στον ουρανό , έτσι έλαμπε ,και όπως τα φτερά του παγονιού , που είναι χρυσά ,πράσινα και κόκκινα , έτσι έλαμπε με πάρα πολλά αξιοθαύμαστο. Και ,όταν το είδε ο Αλέξανδρος , έμεινε έκθαμβος.

Του έφεραν και τον μανδύα της Βρισηίδας – ολόκληρο με χρυσά μαργαριτάρια πολύ εκτιμημένο , οπού έμενε εμβρόντητος κάθε άνθρωπος από την ομορφιά που είχε -, όπου αγάπα ο Τρωίλος του Κάλκα την κόρη.

Και ο Αχιλλέας ο αξιοθαύμαστος σκοτώθηκε για την επίσης θαυμαστή Πολυξένη στο ναό τους, την κόρη του βασιλιά, του Πριάμου. Και όταν καταλήφθηκε η Τροία, αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες ,και την έσφαξε ο γιός του, ο Πύρρος, πάνω στον τάφο του πατέρα του, του Αχιλλέα και πέθανε. Και την μακάρισε πολύ ο Αλέξανδρος ,όταν άκουσε , και επαίνεσε την τιμή της ,της γυναίκας εκείνης, ότι τον τρόπο που διαφύλαξε την τιμή της , οπού άλλη γυναίκα τέτοιο κατόρθωμα δεν έκανε. Και όλοι την παίνεψαν. Ο Αλέξανδρος βρήκε τους λόγους γραμμένους και απόρησε από την πίστη και σύνεση της Πολυξένης και είπε «Από τον θεό έχει την συγνώμη και από τον κόσμο την ευφημία, που δεν θέλησε να πάρει άνδρα. Και καλά έκανε , γιατί ο τιμημένος θάνατος είναι μεγάλη τιμή μπροστά σε μια απερίσκεπτη ζωή και ατιμωμένη.» Ακόμη έβγαλαν της βασίλισσας εκείνης το στεφάνι, και, όταν το έβαλε στο κεφάλι του, τότε έγινε αόρατος από όλους τους ανθρώπους. Και το βράδυ έλαμπε σαν πηγή φωτός.

Ακόμη του έβαλαν επάνω φούρνο, που το έστησε πάνωθεον  από τα άρματα , και ήταν στολισμένο με πολύτιμο πετράδι και με χρυσό μαργαριτάρι και το κάλυμμα ήταν από το δέρμα της ασπίδας.

Έφεραν σ’ αυτόν και το βιβλίο του Όμηρος, που είχε γράψει από την αρχή τους πολέμους και την καταστροφή της Τροίας από την αρχή ως το τέλος. Και πήρε ο Αλέξανδρος το βιβλίο και άρχισε να το διαβάζει. Και σ’ αυτό βρήκε τους πολέμους γραμμένους των καλών και αντρειωμένων και αξιοθαύμαστων και μεγάλων  παλληκαριών και στεναχωρήθηκε πολύ και ακόμη χάρηκε για το γράψιμο των αντρειωμένων που βρήκε. Και τότε έτυχε ο Αλέξανδρος και είπε: « Ω πόσοι αντρειωμένοι, υψηλότατοι και λαμπρότατοι πολεμιστές χάθηκαν για μια γυναίκα μιασμένη!».

Εκείνο τον καιρό πέρασε και είπε : «Της Τροίας που είναι των ανδρειωμένων παλληκαριών τα ονόματα;». Και τον οδήγησαν οι άρχοντες εκεί, όπου ήταν θαμμένοι , και πήρε ρητίνη και λιβάνι και θυμιάτισε τα μνήματα τους και στεναχωρήθηκε και έκλαψε με πολλά δάκρυα και είπε: «Ω αντρειωμένοι μου έξοχα παλληκάρια, που ζήσατε την εποχή εκείνη, Αχιλλέα και Έκτορα ,εάν σας ήθελα να σας βρω ζωντανούς, ήθελα να σας τιμήσω με πολλά δώρα και ήθελα να σας υψώσω και ήθελα να τιμηθώ και να χαρώ στον κόσμο μαζί σας. Και επειδή σας βρήκα πεθαμένους , των νεκρών η τιμή τους είναι λιβάνι και ρητίνη , και σας θύμιασα, και ο θεός ας σας συγχωρέσει, με τέτοια κατορθώματα που κάνατε, όπως γράφει ο Όμηρος!» . Και όπως άκουσαν οι φιλόσοφοι τον Αλέξανδρον  , ο Μενέλαος και ο Αριστοτέλης , είπαν στον βασιλιά, τον Αλέξανδρο : «Ο Αχιλλέας και η βασιλεία σου είστε παιδιά ενός πατέρα, τον θεό των Ελλήνων ,του Άμμωνα είστε γιοι. Και εμείς οι δύο τιμητικότερα θέλουμε να γράψουμε τα ποιήματα σου από τον Όμηρο της Φρυγίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: