ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ(ΝΕΦ 202)

επί [epi] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και επι-)· παθαίνει έκθλιψη πριν από φωνήεν και τρέπει το [p] σε [f] όταν η επόμενη λέξη άρχιζε από δασυνόμενο φωνήεν. I1. (με γεν.) α. δηλώνει χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία που συνεπάγεται η λέξη που ακολουθεί· την εποχή του / της: ~ Tουρκοκρατίας, την εποχή της Tουρκοκρατίας. ~ Bενιζέλου, την εποχή του Bενιζέλου. (έκφρ.) ~ των ημερών* κάποιου. ~ του παρόντος*. β. με τοπική σημασία: επ΄ ώμου*. ΦΡ εφ΄ ενός ζυγού*. γ. δηλώνει σκοπό: Kυρίες / δεσποινίδες ~ των τιμών*. || συνήθ. σε ΦΡ και εκφράσεις ~ τόπου*. ~ ξυρού ακμής*. εφ΄ όρου* ζωής. ~ μέρους*. θέτω ~ τάπητος* (ένα θέμα). ατάκα* κι ~ τόπου. 2. (με αιτ.) δηλώνει χρονική διάρκεια: ~ πολύ / ~ πολλή ώρα, για πολύ / (για) πολλή ώρα. (έκφρ.) ~ μακρόν*. ~ σειρά* ετών. επ΄ αόριστον*. επ΄ άπειρον*. ΦΡ ~ γενεές* γενεών. || δηλώνει σκοπό. (έκφρ.) ~ τούτο* / επί τούτου*. || δηλώνει προσέγγιση. (έκφρ.) ως ~ το πλείστον*. || δηλώνει κατεύθυνση σε γυμναστικά ή στρατιωτικά παραγγέλματα: Kλίνατε ~ δεξιά / επ΄ αριστερά, στροφή προς τα δεξιά / προς τα αριστερά. 3. (λόγ.) σε ΦΡ και εκφράσεις ~ ποινή*. ~ τιμή*. ~ παραδείγματι*. ~ θύραις*. επ΄ ονόματι* κάποιου. επ΄ αυτοφώρω*. ~ λέξει, με τα ίδια λόγια, ακριβώς: Tου είπα ~ λέξει τα εξής. || (αθλ.) άλμα ~ κοντώ*. II. (μαθημ.) ονομασία του συμβόλου ή σημείου του πολλαπλασιασμού ( ? ή ×): Δύο ~ τρία. Πολλαπλασιασμός του πέντε ~ το επτά.

[λόγ.: I1, 2: αρχ. ἐπί & ἐπ΄ (πριν από φων.) & ἐφ΄ (πριν από το σύμφ. [h] : δες δασεία)· I3: σε μτφρδ. (γαλλ. à peine, mot à mot, γερμ. zum Beispiel με βάση την αρχ. σύντ. ἐπί παραδείγματος)· II: ως αντ. του διά (αρχ. ἐπί με αριθμούς: `επιπλέον΄)]

[Λεξικό Κριαρά]

επί, πρόθ.· ιπί.

  • Α´Τόπος.
    • 1)Στάση·
      • α)επάνω σε κ.:
        • έμπλαστρον ποιήσας και θεις επί τῃ πληγῄ (Ιερακοσ. 48428
        • (μεταφ. για να δηλωθεί προσθήκη):
          • επί θανάτῳ θάνατον (Γλυκά, Στ. 113
      • β) έκφρ. ιπί πρόσωπα+ γεν. = επάνω στην επιφάνεια, επάνω στην όψη:
        • (Πεντ. Γέν. I 2
      • γ) έκφρ. ως επί γης= πάνω στη γη, κατάχαμα:
        • (Καλλίμ. 1894
      • δ)σε κ.:
        • να βάλετε τα λόγια μου ετούτα ιπί την καρδιά σας (Πεντ. Δευτ. ΧΙ 18
      • ε) έκφρ. επί το αυτό, βλ. αυτός(I) 1 έκφρ.
    • 2)Κίνηση·
      • α)προς κ.:
        • έκλινεν ο Μοσέ το χέρι του ιπί τον ορανό (Πεντ. Έξ. X 22
      • β)εναντίον κάπ.:
        • (Βίος Αλ. 1153).
  • Β´Χρονική διάρκεια:
    • μόνος έχαιρεν εφ’ όλης της ζωής του (Διγ. Z 2291
    • εκφρ. επί την αύριον, επί της αυρίου,, βλ. αύριον 1 εκφρ.
  • Γ´Τρόπος:
    • απολογείται προς αυτούς επί τοσούτον ρήμα: «Προστάσσω σε …» (Αξαγ., Κάρολ. Ε´ 922).
  • Δ´Αναφορά·
    • α)ως προς, σχετικά με κάπ. ή κ.:
      • αχάριστοι επί Θεόν και κτίστην (Θρ. Θεοτ. 30
    • β)σύμφωνα, ανάλογα με κ.:
      • να σε ορμηνέψουν και ιπί την κρίση ος να πουν εσέν να κάμεις (Πεντ. Δευτ. ΧVΙΙ 11).
  • Ε´Αιτία·
    • α)για κ., εξαιτίας κάπ. πράγματος:
      • η δέσποινα συνέλαβεν … παιδίον, ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην (Διγ. Z 48
    • β)για χάρη κάπ.:
      • να μην απεθάνουν γονιοί ιπί παιδιά (Πεντ. Δευτ. ΧΧΙV 16).
  • ΣΤ´Σκοπός:
    • εκάθισαν επί συνόδου αρχιερείς (Ιστ. πατρ. 15415).
  • Ζ´ Αντί για την πρόθ. από:
    • επαρέκυψεν εφ’ ένα παραθύρι (Βέλθ. 831).

[αρχ. πρόθ. επί. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

επι- 1 [epi] & επ- [ep] ή εφ- [ef] σε παλαιότερη παραγωγή, πριν από φωνήεν ή δασυνόμενο φωνήεν αντίστοιχα & επί- [epí] ή έπ- [ép] ή έφ- [éf], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα με λόγια προέλευση· συνήθ. εκφράζει επιρρηματικές σχέσεις: I. τόπο. 1α. με τη σημασία του επάνω από / σε: επιπλέω· επιστόμιο, επωμίδα· επιτραπέζιος, επιτύμβιος, έφιππος· (σε ρήματα) με την έννοια του απλώνω κτ. επάνω σε ολόκληρη την επιφάνεια: επαλείφω, επαργυρώνω, επικαλύπτω, επιχρυσώνω· επικάλυψη, επίστρωση· επάργυρος. β. (συνήθ. ανατ., ιατρ.) δηλώνει το άνω τμήμα του μέρους του σώματος που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επιγάστριο. γ. (συνήθ. ανατ., ιατρ.) δηλώνει το εξωτερικό τμήμα, στρώμα αυτού που εκφράζει ή υποδηλώνει η πρωτότυπη λέξη: επιδερμίδα, επικάρδιο. 2. προσδιορίζει το πρόσωπο που κατέχει ανώτερη θέση σε σχέση με άλλους της ίδιας επαγγελματικής κλίμακας· (πρβ. αρχι-I1): επίατρος, επιδιαιτητής, επισμηναγός. || σε ρήματα δηλώνει την ενέργεια του επικεφαλής: επιβλέπω, επιθεωρώ, επιστατώ. II. χρόνο. 1. γι΄ αυτό που έρχεται ή υπάρχει ύστερα από κάτι που προηγήθηκε και το οποίο συνήθ. δηλώνεται από την πρωτότυπη λέξη: επίγονος, επίλογος· (ιατρ.) επιλοίμωξη, επιπαροξυσμός· (ιστ.) επιπαλαιολιθικός. 2. (με λέξεις που εκφράζουν χρόνο) για τη δήλωση διάρκειας τόσης όση δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: εφήμερος· εφημερεύω· εφημερία· (πρβ. δια-I4). 3. για κτ. που γίνεται την ίδια στιγμή ή με την ευκαιρία αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επικήδειος, επιμνημόσυνος. III. ποσό. 1. επιτείνει τη σημασία της πρωτότυπης λέξης: επαυξάνω, επιβεβαιώνω, επιβραδύνω, επιταχύνω· επαύξηση· επιβεβαιωτικός. 2. δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη γίνεται συμπληρωματικά: επιχορηγώ· επιμαρτυρία, επίμετρο, επιχορήγηση. 3. (σε ρήματα) προσδιορίζει το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: επισφραγίζω, επιλέγω. IV. σκοπό ή αιτία· (σε επίθετα) δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποβλέπει, πλησιάζει σε αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή το προκαλεί: επιβλαβής, επίδοξος, επιζήμιος, επικερδής, επιθανάτιος, επίτοκος· επικερδώς, επωφελώς. V. τρόπο· δηλώνει εχθρική διάθεση: επιτίθεμαι, επιφέρω· επίθεση. || καταπάτηση μιας συμφωνίας: επιορκία· επίορκος. || αμοιβαία σχέση: επιγαμία, επικοινωνία, επιμειξία. VI. χωρίς να έχει στα νέα ελληνικά κάποια εμφανή σημασία: επαινώ, εφοδιάζω· επάγγελμα, έπαινος, έφεση, εφετείο, εφεύρεση, εφόδια, εφοπλιστής· επίστομα.

[λόγ. < αρχ. ἐπ(ι)- < πρόθ. ἐπί `πάνω σε΄ ως α’ συνθ.: αρχ. ἐπι-βαίνω, ἐπί-κειται, ἐπι-βεβαιῶ, ἐπι-κλινής, ἐπί-γονοι & γαλλ. épi- < αρχ. ἐπι-: επί-κεντρο, επι-φαινόμενο, επι-ζωοτία < γαλλ. épicentre, épiphénomène, épizootie & μτφρδ. γαλλ.: επι-δομή < superstructure, επι-διαιτητής < surarbitre· λόγ. < αρχ. ἐφ- < ἐπ(ι)- πριν από το σύμφ. [h] (δες δασεία): αρχ. ἐφ-ήμερος· το α’ συνθ. περιορίστηκε σε λειτουργία προθήματος και στη σημερ. μορφή της γλ. τα περισσότερα παράγωγα δεν αναλύονται πια]

αύριον, επίρρ.· αύρι· αύριο· της αύριο· της αύριου· της αυρίου.

  • 1)Tην επόμενη ημέρα:
    • (Γαδ. διήγ. 194
    • εκφρ.
      • (1) επί την αύριον, επί της αυρίου, από της αύριου= την επαύριο:
        • (Xρον. Mορ. P 4863), (Χρον. Μορ. H 4669), (Πεντ. Aρ. XXXIII 3
      • (2) με τ’ αύριον, με το σήμερον ή με σήμερον, με αύριον= με καιρό, στο μεταξύ:
        • (Δεφ., Λόγ. 101), (Iστ. Bλαχ. 1187).
  • 2)Προσεχώς, σύντομα:
    • χάρου τον καιρό σου, γιατί αύριον γερανίσκεις (Kυπρ. ερωτ. 9261).

[αρχ. επίρρ. αύριον. O τ. ‑ιο και σήμ.]

υπάγω [ipáγo] -ομαι Ρ πρτ. υπήγα, αόρ. υπήγαγα, απαρέμφ. υπαγάγει, παθ. αόρ. (σπάν.) υπάχθηκα, γ’ πρόσ. (λόγ.) και υπήχθη, υπήχθησαν, απαρέμφ. υπαχθεί : I.εντάσσω κπ. ή κτ. σε μια ιεραρχημένη σειρά, συνήθ. υπό τη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: H Aρχαιολογική Yπηρεσία υπάγεται στο Yπουργείο Πολιτισμού. II. (λόγ.) πηγαίνω, στη ΦΡ ύπαγε οπίσω μου Σατανά*.

[λόγ. < αρχ. ὑπάγω `φέρνω κάτω από΄]

άγω [áγo] -ομαι Ρ (μόνο στον ενεστ.) : (λόγ.) οδηγώ κπ. (έκφρ.) ~ και φέρω* κπ. άγεται και φέρεται*.

[λόγ. < αρχ. ἄγω]

[Λεξικό Κριαρά]

άγω.

  • Aποβάλλω, ρίχνω, χάνω κ.:
    • Όταν ίδῃς ότι αγάγῃ τους ελατήρας αυτού το ζώον (Iερακοσ. 4802).

[αρχ. άγω. Βλ. και άγωμεν]

[Λεξικό Γεωργακά]

άγω [áγo] pass άγομαι, pt αγόμενος, aor subj αχθώ (L)

  • ① lead, bring, conduct όλοι οι δρόμοι άγουν στη Pώμη all roads lead to Rome:
    • idiom phr τον άγει και τον φέρει η γυναίκα του his wife leads him about by the nose, she does anything she wants w. him (syn τον κάνει όπως θέλει) |
    • άγεται και φέρεται από τον τάδε he is led by the nose by so-and-so |
    • η εμπειρία άγει στη θεωρία (Dimaras) |
    • διαφορετικές προϋποθέσεις άγουν σε διαφορετικές λύσεις (id.) |
    • το βιβλίο…, έστω και στο όριο όπου έχει αχθή από τον συγγραφέα του, είναι αξιοπρόσεκτο (id.) |
    • παιδεία και κράτος πρέπει να άγουν το άτομο και το έθνος προς το πνεύμα της ολότητας (Theodorakop) |
    • άγονται από το πνεύμα της πρόσκαιρης ωφελιμότητας (id.) |
    • (το θέμα) θα αχθή και στην ερχόμενη γενική συνέλευση (Christidis) |
    • άγεται από το συναίσθημά του κι από το συναίσθημά του φέρεται στο στοχασμό (Diktaios) |
    • πετά στην τροχιά του απείρου που του χαράζει η αχαλίνωτη έμπνευσή του αγόμενη από τον φοβερό πτερνιστήρα της Xάριτος (Papatsonis)
  • ② be in, of age (syn διανύω):
    • ~ το τριακοστόν έτος της ηλικίας μου I am going on 30 years of age |
    • (η λέξη) φαίνεται ότι άγει ηλικία περίπου εκατό ετών… (αλλά) πρόκειται για έναν… πρόσφατο νεολογισμό (Dimaras) (L)
  • ③ phr άγωμεν! let us go!

[fr AG ἄγω cf άι, άιντε, άμε]

εισβαίνω.

  • 1)Εισέρχομαι·
    • (μεταφ.) πλήττω:
      • (Γλυκά, Στ. 190), (Λόγ. παρηγ. L 26).
  • 2)Περνώ:
    • εισέβηκα την θύραν (Προδρ. I 130).

[αρχ. εισβαίνω. Βλ. και σεβαίνω. Τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr.)]

επαίρνω· απαίρνω· απαίρω· επαίρω· παίρνω· ’παίρω· αόρ. ηπήρεν.

  • 1)
    • α)Παίρνω:
      • ήπαιρνε το λαγούτο του (Ερωτόκρ. Α´ 391
      • φρ.
        • (1) (ε)παίρνω απάνω ή επάνω μου=
          • (α) αναλαμβάνω την ευθύνη:
            • (Χρον. Μορ. H 6333
          • (β) αλαζονεύομαι:
            • (Σουμμ., Ρεμπελ. 147
        • (2) παίρνω την βουλήν (μου, σου,κλπ.) = συσκέπτομαι, κάνω συμβούλιο:
          • (Χρον. Μορ. H 4394
        • (3) δίδω και παίρνω, βλ. δίδω ΙΒ́5α φρ.·
        • (4) παίρνω εγγράφου= καταγράφω:
          • (Γαδ. διήγ. 324
        • (5) παίρνω τα μάτια μου και … = φεύγω αποφασισμένος να μην ξαναγυρίσω:
          • (Συναδ. φ. 63ν
        • (6) επαίρνω οπίσω= (νομ.) ακυρώνω:
          • (Βακτ. αρχιερ. 136
        • (7) παίρνω τον όρκονκάπ. = ορκίζω κάπ.:
          • (Μαχ. 524
        • (8) παίρνω τον σκοπόν μου=
          • (α) παρατηρώ:
            • (Θησ. Ζ´ [1216]
          • (β) προσέχω:
            • (Μαχ. 1845
          • (γ) φυλάγομαι από κάπ.:
            • (Μαχ. 54626
    • β)παίρνω κοντά μου, μαζί μου:
      • Έπαρ’ και τον Αλέξανδρον την τέχνη ν’ αρμηνεύσεις (Αλεξ. 257
      • φρ. διάολ’ έπαρέ τονε= (ως κατάρα):
        • (Φορτουν. Α´ 222
    • γ)παίρνω μαζί μου βίαια, συλλαμβάνω:
      • φοβούμεθα μηδέν έλθουν οι εχθροί σου και πάρουν σε (Μαχ. 52629‑30
    • δ)παρασύρω:
      • μία βάρκα είδαμε κι η θάλασσα την παίρνει (Διήγ. ωραιότ. 371
    • ε)παίρνω μακριά, απομακρύνω:
      • Επάρετε τους φονιάδες (Μαχ. 57411
    • στ)αφαιρώ:
      • οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου (Πανώρ. Γ´ 289
      • φρ.
        • (1) παίρνω τη ζωήκάπ. = σκοτώνω κάπ.:
          • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 21921
        • (2) απαίρνω την κεφαλή= αποκεφαλίζω, σκοτώνω:
          • (Διγ. Ζ 2839
        • (3) παίρνομαι από το νου μου= παραλογίζομαι, τρελαίνομαι:
          • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β´ [658]
    • ζ)αναλαμβάνω:
      • παίρνοντας την βασιλείαν (Ροδινός 96
    • η)οδηγώ, μεταφέρω κάπ. κάπου:
      • παίρνοντάς τον μέσα στην θάλασσαν (Ροδινός 213).
  • 2)
    • α)Αποκτώ:
      • όνομα να πάρει (Αιτωλ., Μύθ. 964
      • φρ.
        • (1) (ε)παίρνω καρδία(ν)= ενθαρρύνομαι:
          • (Μαχ. 13230
        • (2) παίρνω κακήν καρδία= στενοχωρούμαι:
          • (Βουστρ. 161
        • (3) παίρνω καλή καρδιά= ευχαριστούμαι:
          • (Ερωτόκρ. Α´ 1350
        • (4) παίρνω την τάξη= αποκτώ πείρα:
          • (Ερωτόκρ. Β´ 2122
    • β)(μεταφ.) μαθαίνω:
      • (Ριμ. κόρ. 689 κριτ. υπ.
    • γ)κερδίζω:
      • εστάθηκεν αδύνατο τον πόλεμο να πάρει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 16920
      • φρ. παίρνω καλόν= κερδίζω, ωφελούμαι:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 45112
    • δ)κληρονομώ:
      • είτι πουλήσει και απεθάνει, το επαίρνουν τα παιδιά του (Βακτ. αρχιερ. 135
    • ε)αποκτώ σύζυγο, παντρεύομαι:
      • παίρνοντας τον Πανάρετο (Ερωφ. Δ´ 973
      • φρ.
        • (1) (ε)παίρνω εις άντρα, εις γυναίκα, (για) γαμπρόν ή νύφην, εις δέσποιναν, συμβίαν= παντρεύομαι:
          • (Χρον. Μορ. H 3273, 2477), (Λίβ. N 2476), (Χρον. Μορ. H 6288), (Καλλίμ. 1123), (Ασσίζ. 14028
        • (2) επαίρνομαι εις ορμασίαν= παντρεύομαι:
          • (Ασσίζ. 3662
    • στ)ανακτώ:
      • η αυθεντιά της Βενετίας επαίρνε τους τόπους οπού έχασε (Κορων., Μπούας 102
    • ζ)καταλαμβάνω, κυριεύω:
      • επήρεν ο άνομος Τούρκος την Πόλην (Μαχ. 68221
    • η)(μεταφ.) καταλαμβάνομαι, κυριεύομαι από κάπ. συναίσθημα:
      • τόσον μανικόν επήρεν η ψυχή σου (Λίβ. Esc. 1959
      • φρ. με παίρνουν τα δάκρυα, το κλάμα= ξεσπώ σε δάκρυα, κλάμα:
        • (Ερωτοπ. 320), (Μαχ. 65027
    • θ)αρπάζω, κλέβω:
      • τους παίρνει το βασίλειον (Διακρούσ. 1024).
  • 3)Δέχομαι:
    • λουμπαρδέα δεύτερη παίρνει κι εθανατώθη (Τζάνε, Κρ. πόλ. 34622).
  • 4)Θεωρώ:
    • εσού οπού είσαι σοφός, … έπαρ’ τα ως γιο να ’χε σου πειν ο Αριστοτέλης (Μαχ. 4726
    • φρ.
      • (1) παίρνω βάρος ή σε βάρος ή σε βαρύ=
        • (α) στενοχωριέμαι:
          • (Ch. pop. 846), (Διγ. O 2004
        • (β) βαριέμαι:
          • (Μανολ., Επιστ. 173
      • (2) (ε)παίρνω κ. εις γέλιο= θεωρώ κ. γελοίο, κοροϊδεύω κ.:
        • (Hagia Sophia ω 51420
      • (3) (ε)παίρνω κάπ. σ’ έχθρητα ή από κακού= αντιμετωπίζω κάπ. εχθρικά, εχθρεύομαι κάπ.:
        • (Βεντράμ., Γυν. 10), (Χειλά, Χρον. 356).
  • 5)Χωρώ:
    • ο τόπος δεν τον παίρνει (Ερωτόκρ. Β´ 347).
  • 6)Αρχίζω να …, ξεκινώ να …:
    • έπαιρνεν η ημέρα να βραδιάσει (Διγ. Άνδρ. 39415
    • φρ. παίρνω γλώσσα= αρχίζω να μιλώ:
      • (Στάθ. Γ´ 81).
  • 7)Προχωρώ, κατευθύνομαι:
    • προς τη ρούγα παίρνει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 1899
    • φρ.
      • (1) παίρνω αποπάνω κάτω= κατηφορίζω:
        • (Μαχ. 45213
      • (2) παίρνω τα βουνία= από φόβο ή παραφροσύνη κατευθύνομαι προς τα βουνά:
        • (Χρον. Μορ. P 4852
      • (3) δεν παίρνω ζάλο= δεν κάνω βήμα από τη θέση μου:
        • (Στάθ. Γ´ 63
      • (4) (ε)παίρνω τα ζάλα, το πάτημά μου= περπατώ, προχωρώ:
        • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [1179]
      • (5) παίρνω την οδόν (μου, κλπ.) = φεύγω:
        • (Χρον. Μορ. P 1608
      • (6) παίρνω τα πόδια μου= περπατώ:
        • (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461).
  • Φρ.
  • 1) Παίρνω (σαν) αέρα= ανακουφίζομαι, ξεκουράζομαι:
    • (Δεφ., Λόγ. 509).
  • 2) Παίρνει κάπ. το αμμάτι μου= βλέπω κάπ. φευγαλέα:
    • (Φορτουν. Δ´ 35).
  • 3) Παίρνω ανάπαψη= βρίσκω ησυχία:
    • (Πανώρ. Α´ 162).
  • 4) Παίρνω απολπισά= απελπίζομαι:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 53123).
  • 5) Παίρνω βουλή= αποφασίζω:
    • (Πόλ. Τρωάδ. 4348).
  • 6) Παίρνω εξουσιά μου= έχω υπό τον έλεγχό μου, εξουσιάζω:
    • (Φαλιέρ., Ενύπν. 23).
  • 7) Παίρνω θάνατο= πεθαίνω:
    • (Πανώρ. Α´ 110).
  • 8) Παίρνω καλόν καιρόν= τυχαίνω σε καλοκαιρία:
    • (Ριμ. Απολλων. [881]).
  • 9) Παίρνομαι κάτω= απογοητεύομαι, πέφτει το ηθικό μου:
    • (Ερωτόκρ. Α´ 1130).
  • 10) Παίρνω κρίση= ενημερώνομαι σε απόφαση:
    • (Βυζ. Ιλιάδ. 217).
  • 11) Παίρνω λόγο (από το στόμακάπ.) = επιδιώκω να ακούσω κ.:
    • (Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ια´ 54).
  • 12) Παίρνω το νουκάπ. = αιχμαλωτίζω τη σκέψη κάπ.:
    • (Πανώρ. Α´ 164).
  • 13) Παίρνω ξόμπλι= παραδειγματίζομαι:
    • (Πανώρ. Β´ 461).
  • 14) Παίρνω την παραγωγή μου= (προκ. για λέξη) παράγομαι, ετυμολογούμαι:
    • (Ροδινός 161).
  • 15) Παίρνω παρηγοριά= παρηγορούμαι:
    • (Πανώρ. Α´ 223).
  • 16) Παίρνω πρίκα= πικραίνομαι, στενοχωρούμαι:
    • (Πανώρ. Δ´ 246).
  • 17) Παίρνω την τιμήκάπ. = ατιμάζω:
    • (Πανώρ. Δ´ 26).
  • 18) Παίρνω χαρά= χαίρομαι:
    • (Πανώρ. Πρόλ. 85), (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β´ [658]).

[<αρχ. επαίρω. Ο τ. ’παίρω και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. παίρνω στο Βλάχ. (πέ‑) και σήμ.]

πάντερπνος, επίθ.· πάντρεπνος.

  • 1)Πολύ ευχάριστος, απολαυστικός:
    • αγαθός πολλά, πάντερπνος ήτον εις φίλους πάντας (Πόλ. Τρωάδ. 2112
    • ευωδία πάντερπνη (Προσκυν. ά 12432).
  • 2)
    • α)Πανέμορφος:
      • ευειδές και πάντερπνον … παιδίον (Διγ. Z 4143
      • (σε προσφών.):
        • Πώς έχεις, φως μου το γλυκύ, πάντερπνόν μου δαμάλιν; (Διγ. Gr. 898
    • β)καλοφτιαγμένος, ωραία διακοσμημένος:
      • ήσαν γυναίκεια, πάντερπνα τα σελλοχάλινά των (Διγ. Esc. 1051· Διγ. Z 504).

[<παν‑ + επίθ. τερπνός. Η λ. τον 5.-6. αι.]

ανευχάριστος, επίθ.

  • 1)Που δεν προκαλεί ευχαρίστηση:
    • ανευχάριστον εδέκτηκαν (ενν. οι Τρωαδίτες) τον Πάριν (Διήγ. Aλ. V 57).
  • 2)Που δεν αισθάνεται ευχαρίστηση· αγνώμων:
    • την αχαριστίαν του ανευχάριστου λαού (Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 29).

[<στερ. αν‑ + ευχαριστώ ή επίθ. ευχάριστος. H λ. στο LBG, στο Somav. και σήμ. ιδιωμ.]

συμβία η [simvía] Ο25α : (λόγ., ειρ.) η σύζυγος.

[λόγ. < ελνστ. συμβία]

κουρσεύω [kursévo] -ομαι Ρ5.2 : (λαϊκότρ.) κάνω πειρατική επιδρομή και με επέκταση λαφυραγωγώ, λεηλατώ: Οι πειρατές κούρσευαν και ρήμαζαν τα νησιά μας. Kουρσεμένο κάστρο. Kουρσεμένη πόλη. Tου κούρσεψαν το βιος. || (μτφ., λογοτ.): Kούρσεψαν τα νιάτα μας.

[μσν. κουρσεύω < κούρσ(ος) -εύω]

[Λεξικό Κριαρά]

κουρσεύω (I)· κορσεύω· κουρσεύγω· κουρτζεύ(γ)ω· κουσεύω· κρουσεύ(γ)ω.

  • 1)
    • α)(Mτβ. και αμτβ.) κάνω ληστρική ή πειρατική επιδρομή, ρημάζω, λεηλατώ, λαφυραγωγώ:
      • Κάστρη πολλά επαρέλαβαν και χώρας εκουρσεύσαν (Δούκας 36531· Διήγ. Bελ. N2 161), (Mαχ. 20214
    • β)ληστεύω· κλέβω, αρπάζω:
      • εκουρσεύσαν τον και εδέραν τον (Mαχ. 67229· Xούμνου, Kοσμογ. 1514
      • εκούρσευσεν από τα χωρία σιτάρι (Kώδ. Xρονογρ. 6115
      • (με σύστ. αντικ.):
        • (Bουστρ. 2614‑5).
  • 2)
    • α)Kυριεύω, κατακτώ:
      • εκούρσεψεν ο σουλτάν Kυρίτσης την Bλαχίαν (Mικρ. χρον. Yale 73r
    • β)συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω, δουλώνω:
      • μια σκλάβα όμορφη, οπού την εκρούσεψα (Eβρ. ελεγ. 170· Πανάρ. 7221‑2).
  • H μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1)
      • α)Λεηλατημένος, ληστεμένος:
        • κουρσεμένη … χώρα (Eρωτόκρ. E´ 328
        • σπίτιν … κουρσεμένον (Bουστρ. 663
      • β)(προκ. για καράβι) λεηλατημένος από πειρατές:
        • (Tριβ., Tαγιαπ. 59
      • γ)(μεταφ.) κλεφτός, παράνομος:
        • κουρσεμένον πόθο (Pιμ. κόρ. 666).
    • 2)Kαταπονημένος, εξαντλημένος:
      • τους ηύρε … ταπεινωμένους και κρουσεμένους από τα βάσανα (Mορεζίν., Kλίνη Σολομ. 398).
  • Tο ουδ. της μτχ. ως ουσ. = λάφυρο:
    • μηδέ το τυχόν γαρ κρύπτει εξ αυτών των κουρσεμένων (Eρμον. E 216).

[<ουσ. κούρσος + κατάλ. ‑εύω. Ο τ. ‑γω στο Somav. και σήμ. κρητ. O τ. κρουσεύγω στο Bλάχ. και τ. κρουσεύγου σήμ. ιδιωμ. O τ. κρουσεύω στο Somav. H λ. τον 9. αι., σε σχόλ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]

κουρσεύω (II).

  • Tρέχω:
    • Tα κοκαλάκια τα μικρά κουρσεύουν και γυρίζουν (Σαχλ. A´ PM 165 κριτ. υπ).

[<ουσ. κούρσα ή *κούρσο (<ιταλ. corso) + κατάλ. ‑εύω]

καβαλάρης ο [kavaláris] Ο11 πληθ. και καβαλαραίοι, θηλ. καβαλάρισσα [kavalárisa] Ο27 : I1.αυτός που είναι ανεβασμένος επάνω σε άλογο, που είναι καβάλα σε άλογο. || (έκφρ.) ο μαύρος ~, ο χάρος. μοναχικός ~, για κπ. που ακολουθεί μοναχική πορεία στη ζωή. 2. (οικ.) στρατιώτης που υπηρετούσε στο ιππικό· ιππέας: Πεζοί και καβαλάρηδες πολιόρκησαν το κάστρο. II. για κατασκευή που έχει το σχήμα που παίρνουν τα πόδια του καβαλάρη. 1α. οριζόντιο δοκάρι που αποτελεί την κορυφή δίριχτης στέγης. β. καθένα από τα κεραμίδια που καλύπτουν την κορυφή της στέγης. 2. σε έγχορδο όργανο, η ξύλινη πλάκα επάνω στην οποία είναι τεντωμένες οι χορδές.

[μσν. καβαλλάρης < ελνστ. καβαλλάριος με αποφυγή της χασμ. (ορθογρ. απλοπ.) < υστλατ. caballarius (διαφ. το μσν. καβαλάριος `ιππότης΄ σημδ. γαλλ. chevalier)· καβαλάρ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Κριαρά]

καβαλάρης ο· καβαλλάρης· καβελάρης· πληθ. καβαλαραίοι· καβαλάροι· καβαλαροί· καβαλλαράδες· καβαλλάροι· καβελαραίοι.

  • 1)Kαβαλάρης, έφιππος:
    • (Eρωτόκρ. B´ 186).
  • 2)Iππότης:
    • (Bουστρ. 211).
  • 3)Φεουδάρχης:
    • καβαλάρης εις αυτά (ενν. τα δέντρα) η γερετιτά του … μισέρ Πόλο Σαγγινάτσο (Bαρούχ. 97).
  • H λ. και ο τ. καβελάρηςως τοπων.:
    • (Πορτολ. A 24022), (Β 931).

[<ουσ. καβαλάριος. H λ. τον 7. αι. (Lampe, ‑λλ‑, βλ. και Soph., ‑λλ‑) στο Βλάχ. και σήμ.]

μαγαρίζω [maγarízo] -ομαι Ρ2.1 : (λαϊκότρ.) 1α. λερώνω, ιδίως με κόπρα να: H γάτα μαγάρισε το κρεβάτι. β. μολύνω κτ., το καθιστώ ακατάλληλο για να φαγωθεί: Kάτι μαγαρισμένο θα ΄χεις φάει, γι΄ αυτό πονάει η γλώσ σα σου. 2. λερώνομαι, μολύνομαι: Mαγάρισε το παιδί, λερώθηκε. 3. (μτφ.) α. μιαίνω, βεβηλώνω κτ.: Οι άπιστοι μαγάρισαν τις εκκλησιές μας. || αποπλανώ: Mαγάρισε την κοπέλα στα δώδεκά της χρόνια. β. μιαίνομαι: Δεν μπήκε στο τούρκικο σπίτι για να μη μαγαρίσει. || (παρωχ.) για ερωτι κή πράξη με αλλόθρησκο: Mαγάρισε με μια άπιστη. 4. (παθ.) παραβιάζω περίοδο νηστείας: Tώρα που μαγαρίστηκες πώς θα κοινωνήσεις;

[μσν. μαγαρίζω < *μεγαρίζω με υποχωρ. αφομ. [e-a > a-a] < ελνστ. μέγαρ(α) τά `λάκκοι όπου έριχναν χοίρους κατά τα Θεσμοφόρια΄, σημιτ. προέλ. (πρβ. εβρ. meārāh) -ίζω (διαφ. τα αρχ. μέγαρα, Μέγαρα)]

[Λεξικό Κριαρά]

μαγαρίζω· μεγαρίζω.

  • I.Ενεργ.
    • ΆΜτβ.
      • 1)
        • α)Μολύνω (ηθ.):
          • (Διήγ. παιδ. 975
          • Διά ποίαν αφορμήν χαλάτε τες ψυχές σας και τες μαγαρίζετε με αίματα; (Ροδινός 229
        • β)(προκ. για αντικείμενο λατρείας) μιαίνω, βεβηλώνω:
          • (Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 53).
      • 2)Λερώνω, βρομίζω:
        • (Αιτωλ., Μύθ. 128).
      • 3)Ντροπιάζω:
        • εμαγαρίσασι (ενν. οι καλόγεροι) και σκήμαν τως (Αποκ. Θεοτ. I 190).
      • 4)Βιάζω:
        • εμαγάρισαν γυναίκας παρά φύσιν (Ανάλ. Αθ. 24· Ανακάλ. 84).
    • Β́Αμτβ.
      • 1)Λερώνομαι, λεκιάζομαι:
        • Εις τσόχαν να μαγαρίσει από λάδιν (Ιατροσ. κώδ. φνζ́).
      • 2)Αλλαξοπιστώ:
        • πολλές (ενν. γυναίκες) εσκλαβωθήκασι κι άλλες εμαγαρίσα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 1818).
      • 3)Έρχομαι σε σεξουαλική επαφή:
        • τες πόρνες … κοιτάν (ενν. οι άνδρες) και μαγαρίζουν (Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 772· I 747).
  • II.Μέσ.
    • 1)(Θρησκ.) είμαι μιασμένος, ακάθαρτος:
      • (Πεντ. Αρ. XIX 22).
    • 2)Παρεκτρέπομαι σεξουαλικά, απιστώ:
      • αν δεν εμαγαρίστην η γεναίκα και καθάρια αυτή (Πεντ. Αρ. V 28).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1)
      • α)Μιαρός, μολυσμένος:
        • (Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 530
      • β)(θρησκ.) ακάθαρτος:
        • να απεστείλουν από το φουσσάτο … παν μαγαρισμένον εις ψυχή (Πεντ. Αρ. V 2
        • (προκ. για ζώο):
          • παν σερπετό του πουλιού μαγαρισμένο αυτό εσάς, να μη φαγωθούν (Πεντ. Δευτ. XIV 19).
    • 2)Λερωμένος, βρόμικος:
      • το πρόσωπόν του απ’ αίμα και κορνιακτόν όλο μαγαρισμένον (Θησ. Θ́ [182]
      • (ιδ. από κόπρανα):
        • μαγαρισμένα σπάργανα (Σπανός D 652).
    • 3)Αμαρτωλός, ανήθικος:
      • ο μαγαρισμένος Ηρώδης (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 406· Διήγ. Αλ. V 59).
    • 4)Άπιστος:
      • ο βασιλεύς Φίλιππος … Σαρακηνός την γενεάν ήτον μαγαρισμένος (Φλώρ. 29).
    • 5)(Πιθ.) επικίνδυνος, δύσκολος:
      • δύο ακρωτήρια μαγαρισμένα (Πορτολ. Β 3724).
    • 6)(Υβριστ.):
      • Αφορεσμένε γάδαρε …, σκύλε μαγαρισμένε (Γαδ. διήγ. 366
      • γυναίκα κακορίζικε, Εύα μαγαρισμένη (Συναξ. γυν. 127).

[<ουσ. μαγαρίτης – αραβ. Muhᾱdžir + κατάλ. ‑ίζω (Kahane, GR I 344-54, 622)· λίγο πιθ. <αρχ. ή μτγν. μεγαρίζω (<αρχ. ή μτγν. μέγαρα, Ανδρ., ΛΚΝ). Η λ. τον 9. αι. και σήμ.]

εκβάλλω [ekválo] -ομαι στη σημ. 1 Ρ πρτ. εξέβαλλα, αόρ. εξέβαλα, απαρέμφ. εκβάλει, παθ. αόρ. εκβλήθηκα, απαρέμφ. εκβληθεί : 1. (λόγ.) βγάζω κτ. ή κπ. έξω από ένα χώρο, με δύναμη ή με βία. 2. (για ποταμό) χύνω τα νερά μου, καταλήγω: Ο Aξιός εκβάλλει στο Θερμαϊκό κόλπο. Ο Nείλος εκβάλλει στη Mεσόγειο σχηματίζοντας ένα τεράστιο δέλτα.

[λόγ. < αρχ. ἐκβάλλω (στη σημ. 1) και κατά τη σημ. της λ. εκβολή]

[Λεξικό Κριαρά]

εκβάλλω· ξεβάλλω· αόρ. εξήβαλα· ’ξέβαλα· υποτ. εξηβάλω· προστ. εξέβαλε.

  • Α´Μτβ.
    • 1)
      • α)Βγάζω κ. (από κάπου), αφαιρώ:
        • ευθύς εκβαλών τας του κάστρου κλεις δέδωκε ταύτας (Σφρ., Χρον. 6012
        • (μεταφ.):
          • τά βάλεις εις τον νουν σου, ου μη εκβάλει από σεν ου θλίψις, ουδέ χρόνος (Σπαν. A 41
      • β)(προκ. για ρούχα, οπλισμό, κλπ.) βγάζω από επάνω μου:
        • το στέφανον εξέβαλεν από της κεφαλής του (Αχιλλ. O 107).
    • 2)
      • α) (Με αντικ. τη λ. ψυχή) παίρνω τη ζωή κάπ., θανατώνω κάπ.:
        • (Διγ. Z 418
      • β) φρ. εκβάλλω ή ξεβάλλω κάπ. εκ του μέσου= «βγάζω κάπ. απ’ τη μέση», σκοτώνω:
        • (Διήγ. Βελ. N2 341).
    • 3)(Προκ. για σπαθί) ανασύρω, τραβώ:
      • τα σπαθία εξήβαλαν και τους Ρωμαίους εσφάζαν (Χρον. Μορ. H 4772).
    • 4) (Με αντικ. τη λ. πέταλα) ξεπεταλώνω:
      • (Ριμ. Βελ. ρ 780).
    • 5)(Προκ. για νεκρούς) ξεθάβω:
      • εξηβάλαν τον οι δύο τους τον θαμμένον (Συναξ. γυν. 410).
    • 6)Εξορύσσω:
      • τους οφθαλμούς τους εξέβαλεν (Χρον. Μορ. H 676).
    • 7)
      • α) (Με αντικ. τη λ. πτερά) μαδώ:
        • (Κορων., Μπούας 32
      • β) (με αντικ. τη λ. δόντια) ξεριζώνω:
        • (Πόλ. Τρωάδ. 574).
    • 8)Ξεπροβοδώ:
      • τον Φλώριον εξέβαλεν εις συνοδείαν της στράτας (Φλώρ. 1828).
    • 9)Ελευθερώνω:
      • όταν την εξήβαλες (ενν. από την φυλακήν) (Χρον. Μορ. H 7444).
    • 10)(Προκ. για συναίσθημα) διώχνω:
      • εκβαλών τον φόβον (Διγ. Z 2504).
    • 11)Αφαιρώ:
      • εξέβαλε και αφήκε τα εναντία (Βακτ. αρχιερ. 212
      • (μαθημ.):
        • εκβληθέντων ουν των νζ´ εκ των ξ´ μένουσι και μονάδες γ´ (Rechenb. (Vog.) 595).
    • 12)Ξεχωρίζω, διαλέγω μέσα από ένα σύνολο:
      • Άρχοντες έξι εξήβαλαν (Χρον. Μορ. P 1649).
    • 13)(Μεταφ.) απομακρύνω κάπ. από κ.:
      • εκβαλείν αυτήν εκ της πίστεως του Χριστού, ουκ ηδυνήθη (Έκθ. χρον. 279).
    • 14) Φρ. εκβάλλω όνομα, φήμη, ακουή= αποκτώ καλή ή κακή φήμη:
      • (Λίβ. Sc. 926), (Λίβ. Esc. 1139), (Hist. imp. 72).
    • 15) Φρ. εκβάλλω στιχοπλοκίας= συνθέτω στίχους:
      • (Ωροσκ. 4025).
    • 16)Εκδίδω:
      • τα γράμματα τα αποστολικά … υπήρχον εκβεβλημένα (Διάτ. Κυπρ. 5042).
    • 17) Φρ. εκβάλλω πάθος= εμφανίζω σύμπτωμα κάπ. αρρώστιας, λ.χ. σπυρί:
      • (Έκθ. χρον. 6830).
    • 18)Εγκαθιστώ κάπ. άρχοντα:
      • Αμιράν τον Μουσταφάν … αυθέντην εξέβαλεν εις τη Δύσιν (Σφρ., Χρον. 203).
  • Β´(Αμτβ.) βγαίνω:
    • εκ του θανάτου την πικριάν έκβαλε και λυτρώθη (Δεφ., Σωσ. 276).

[αρχ. εκβάλλω. Βλ. και βγάλλω]

τρυφή η [trifí] Ο29 : (λόγ.) τρυφηλή ζωή.

[λόγ. < αρχ. τρυφή]

θαυμαστός, επίθ.· θαμαστός· θαμαχτός· θαυμασθός.

  • 1)Θαυμάσιος, εξαιρετικός:
    • τόπον θαυμαστόν (Ιμπ. (Legr.) 663
    • ιατρόν θαυμαστόν (Διήγ. Αλ. V 23
    • (ως επίθ. υψηλών ή τιμώμενων προσώπων):
      • θαυμαστού Αχιλλέως (Αχιλλ. O 170
      • Μερκούριε θαυμαστέ (Κορων., Μπούας 16).
  • 2)
    • α)Θαυμαστός, αξιοθαύμαστος:
      • κατορθώματα θαυμαστά (Διγ. Z 7
    • β)άξιος απορίας:
      • Το πώς δεν την εγκρέμνισαν, και θαυμαστόν το έχω, εκ τα πολλά κακόγνωμα τά έδειξεν εις πάντας (Χρον. Τόκκων 1301
    • γ)πρωτοφανής, πρωτάκουστος:
      • με θρήνος θαυμαστόν εθάψασιν την κόρην (Αχιλλ. N 1739
    • δ)δυσβάστακτος· ακατόρθωτος:
      • η παραγγιλιά ετούτη ος εγώ παραγγέλνω σε … όχι θαμαχτή αυτή από εσέν (Πεντ. Δευτ. XXX 11).
  • Το αρσ. ως ουσ. = γίγαντας:
    • (Πεντ. Γέν. VI 4).
  • Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. =
    • α)αξιοθαύμαστες πράξεις, κατορθώματα:
      • να περιγράψω θαυμαστά του Διγενούς εκείνου (Διγ. Α 3869
    • β)αξιοθέατα:
      • έστι θαυμαστά … εις αύτα τα μοναστήρια (Μηλ., Οδοιπ. 638).

[αρχ. επίθ. θαυμαστός. Οι τ. θαμαστός και θαμαχτός και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

θαυμαστός -ή -ό [θavmastós] Ε1 : που προκαλεί το θαυμασμό· αξιοθαύμαστος: Έχει μια θαυμαστή ικανότητα να πείθει τους συνομιλητές του. Ο ~ κόσμος των ζώων. (έκφρ.) Mέγας είσαι, Kύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου: α. (εκκλ.) έκφραση θαυμασμού μπροστά στο θεϊκό μεγαλείο. β. (γενικότ.) έκφραση έντονης έκπληξης για κτ. θαυμαστά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. θαυμαστός]

παμφρόνιμος, επίθ.· παφρόνιμος· υπερθ. παμφρονιμότατος.

  • Πάρα πολύ φρόνιμος, συνετός, σοφός:
    • παμφρόνιμος στρατιώτης (Χρον. Μορ. H 6946· Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1696
    • (σε προσφών.):
      • ω βασιλεύ παμφρόνιμε (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 164
    • (ειρων.):
      • (Γεωργίου ρήτορος, Στ. δ́ 1).

[<παν‑ + επίθ. φρόνιμος. Η λ. το 12. αι.]

οικουμένη η [ikuméni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : ολόκληρη η γη· υφήλιος, κόσμος: Tαξίδεψε ως τα πέρατα της οικουμένης. Δεν ξανάγινε τέτοιο πράγ μα σε ολόκληρη την ~

σκευή η [skeví] Ο29 : το σύνολο των αντικειμένων τα οποία είναι απαραίτητα σε κπ. για την εκπλήρωση κάποιου έργου· ο εξοπλισμός: H ~ του μηχανικού. || (μτφ.): H ~ του φιλολόγου.

[λόγ. < αρχ. σκευή]

σκουτάρι το [skutári] Ο44 : (λογοτ.) η ασπίδα.

[μσν. σκουτάριν < σκουτάριον < σκούτ(ον) υποκορ. -άριον < λατ. scut(um) -ον]

ιστορισμένος -η -ο [istorizménos] Ε3 : (λογοτ.) ζωγραφισμένος: Tοίχοι ιστορισμένοι με παραστάσεις.

[μσν. ιστορισμένος μππ. του ιστορίζω `ζωγραφίζω΄ < ιστορ(ώ) μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. ιστορησ-]

μαντέλλα η.

  • Μανδύας:
    • τους καρδιναλέους … με τες μακρές μαντέλλες (Ιστ. Βλαχ. 2845).

[<ιταλ. mantella]

μαντέλλο το· μανδέλλο· μαντέλλον· μαντήλλον.

  • Μανδύας, επανωφόρι:
    • Μαντέλλον εσκεπάσθηκεν (Πόλ. Τρωάδ. 480).

[<ιταλ. mantello. Η λ. (Meursius, ‑έλω) και τ. ‑ήλλο κα

σήμ. ιδιωμ.]

[λόγ. < ελνστ. μάργαρον `μαργαριτοφόρο στρείδι΄]

 

 

εξεστηκός, επίθ.· ’ξεστηκός· ’ξηστηκός.

  • 1)
    • α)Εμβρόντητος, κατάπληκτος, έκθαμβος:
      • βλέποντας τα κάλλη της εξεστηκός εγίνη (Διγ. O 163
    • β)αναστατωμένος, ταραγμένος:
      • ήτον ’ξεστηκή, έξω απέ τον νουν της (Θησ. Η´ [944]
    • γ)θυμωμένος:
      • ο βασιλεύς … εξεστηκός εγίνη (Διακρούσ. 7220).
  • 2)Αναίσθητος, λιπόθυμος:
    • ανασασμόν ουκ έδειχνε … Εξεστηκός εστέκετον, ωσάν αποθαμένος (Θησ. Ε´ [677]).

[μτχ. παρκ. του εξίσταμαι ως επίθ. Οι τ. και σήμ. κυπρ. Η λ. στο Du Cange]

επαινώ· παινώ.

  • I.Ενεργ.
    • 1)
      • α)Επαινώ κάπ. ή κ.:
        • ήκουσά του από καρδιάς πολλά να σε παινέσει (Ερωτόκρ. Γ´ 696
      • β)επιδοκιμάζω κ., το θεωρώ σωστό:
        • παινώ να πάμεν στους θεούς για να προσευχηθούμεν (Σουμμ., Παστ. φίδ. Α´ [29]).
    • 2)(Με αντικ. το Θεό) υμνώ, δοξάζω:
      • παινέσετε τον Κύριο (Πεντ. Έξ. ΧV 21).
    • 3)Μακαρίζω:
      • παινέσετε, έθνη, τον λαό του (Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙΙ 43).
  • II.(Μέσ.) καμαρώνω, καυχιέμαι:
    • είπε την: «Σώπαινε, λωλή, εύκαιρα μην παινάσαι» (Αιτωλ., Μύθ. 1205).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1)Ξακουστός, φημισμένος:
      • να δείξουν τα καμώματα όλοι τα παινεμένα (Ερωτόκρ. Β´ 104).
    • 2)Επαινετικός:
      • λέγει επαινεμένους λόγους (Σπανός B 70).

[αρχ. επαινέω. Η λ. και ο τ. και σήμ.]

φρόνηση η [frónisi] Ο33 : τρόπος σκέψης και αντίστοιχη πρακτική που χαρακτηρίζεται από λογική, σύνεση, ωριμότητα: Ενεργεί / συμπεριφέρεται με ~.

συμπάθιο το [simbáθxo] Ο39 : (λαϊκότρ.) συγγνώμη, κυρίως στην έκφραση με το ~: α. για να ζητήσουμε συγγνώμη όταν αναφέρουμε ή κάνουμε κτ. που το θεωρούμε απρεπές: Xόντρυνε, έγινε σαν γουρούνι, με το ~. β. σε περιπτώσεις που περιγράφεται με κίνηση των χεριών ένα μέγεθος: Έφαγε ένα κομμάτι γλυκό τόσο, με το ~.

[μσν. συμπάθιο < συμπαθ(ώ δες συμπαθάω) -ιο]

έπαινος (II) το· έπαινον (μόνον ονομ. και αιτιατ.).

  • 1)
    • α)Έπαινος:
      • κάλλιον έχουν (ενν. οι στρατιώται) την τιμήν, το έπαινος του κόσμου (Χρον. Μορ. H 8956
    • β)επαινετικός λόγος, εγκώμιο:
      • τι άλλον πολυτίμητον έπαινος να σε γράψω; (Θρ. Κων/π. διάλ. 2).
  • 2)
    • α)(Προκ. για το Χριστό ή αγίους) δόξα:
      • (Αχέλ. 27
      • Μιχαήλ αρχιστράτηγε, των εξαπτερύγων το έπαινος (Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 240
    • β)μεγαλείο:
      • μ’ έπαινος σ’ όλη τη γη γυρίζει (ενν. ο ήλιος) (Ερωφ. Δ´ 360).
  • 3)Φήμη:
    • ένι εξάκουστον το έπαινος οπού έχεις (Χρον. Μορ. H 5818).
  • 4) Έκφρ. εις το έπαινός μου= είμαι ευτυχής:
    • (Πεντ. Γέν. ΧΧΧ 13).

[<ουσ. έπαινος ο. Η λ. τον 9. αι. (

καλόν (I) το· καλό.

  • 1)
    • α)Kαλή πράξη, αγαθοεργία:
      • όσοι κάμουν εδώ καλά ’ς παράδεισον πηγαίνουν (Tζαμπλάκ. 101
    • β)καλοσύνη, αγαθό:
      • να κάμεις το ίσιο και το καλό εις τα μάτια του Kυρίου (Πεντ. Δευτ. VI 18
    • γ)ευεργεσία:
      • (Πανώρ. B´ 354).
  • 2)Ωφέλεια, συμφέρον:
    • δε νογάτε το καλό, καημένες, του κορμιού σας (Πανώρ. Δ´ 64).
  • 3)(Πληθ.) προσωπικά προτερήματα, πλεονεκτήματα:
    • ο ξένος τα είχεν τα καλά και τα παράξενά του (Λόγ. παρηγ. L 421).
  • 4)Eυτυχία:
    • καλόν πιον δεν ολπίζω (Kυπρ. ερωτ. 1228).
  • 5)(Πληθ.) υπάρχοντα, περιουσία, αγαθά:
    • (Σαχλ., Aφήγ. 64).
  • 6)Ωραιότητα, ομορφιά:
    • να γράψει τα καλά του λουτρού (Αχιλλ. L 518· Λίβ. Sc. 2882).
  • Εκφρ.
  • 1) Για (το) καλό (μου)= για όφελός μου:
    • (Πανώρ. Γ´ 236), (Φορτουν. Δ´ 520).
  • 2) Εις το καλόν (μου)= για όφελός (μου):
    • (Kορων., Mπούας 59).
  • 3) Με το καλό(ν) =
  • (α) με ασφάλεια:
    • (Διγ. Άνδρ. 3336
  • (β) με ειρηνικό τρόπο:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 1984).
    • Φρ.
    • 1) Ακούω καλόν= ακούω ευνοϊκή κρίση:
      • (Σπαν. A 563).
    • 2) Βγαίνω σε καλό= έχω καλή εξέλιξη:
      • (Σουμμ., Pεμπελ. 173).
    • 3) Λέγω καλόν, καλά= εκφράζομαι επαινετικά:
      • (Ιστ. Βλαχ. 534), (Πανώρ. B´ 547).

[αρχ. ουσ. καλόν (L‑S, λ. ‑ός). O τ. και σήμ.]

άχρηστος, επίθ.

  • 1)Που δε χρησιμεύει σε τίποτε, ανώφελος, αχρησιμοποίητος:
    • (Διήγ. παιδ. 837), (Σπαν. A 444).
  • 2)Tαπεινός, ασήμαντος:
    • άχρηστον άνδρα (Διγ. Z 2323).
  • 3)Άκυρος:
    • ο γάμος άχρηστός εστιν (Eλλην. νόμ. 5541).
  • 4)Aνόητος, απερίσκεπτος:
    • άχρηστον γεωργόν (Σπαν. B 365).
  • 5)Aισχρός, ανήθικος:
    • πόρνη άχρηστος (Πουλολ. 187).

[αρχ. επίθ. άχρηστος. H λ. και σήμ.]

άφαντος (I), επίθ.

  • 1)Που εξαφανίστηκε:
    • (Διήγ. Aλ. V 58).
  • 2)Aσήμαντος:
    • το κακό … είν’ μικρό κι άφαντο στην αρχή του (Eρωτόκρ. Γ´ 281).
  • 3)Aπρεπής, αταίριαστος, απερίσκεπτος:
    • εις λογισμό πολλ’ άφαντο εμπήκες (Eρωτόκρ. A´ 1572).

[αρχ. επίθ. άφαντος. H λ. και σήμ.]

λαμπάς η· λαμπάδα.

  • 1)
    • α)Μεγάλο κερί, λαμπάδα:
      • πιάνουν λαμπάδες και κεριά και της κυράς εφέξαν (Σαχλ., Αφήγ. 762· Πόλ. Τρωάδ. 483), (Δούκ. 11927
    • β)(μεταφ.) προκ. για γυναίκα με λαμπερή ομορφιά:
      • Βλέπω μια λαμπάδα χιονάτη (Φαλιέρ., Ιστ. 395
    • γ)(μεταφ.) προκ. για γυναίκα με άμεμπτη ηθική:
      • Κυρία μου μεγάλη, λαμπάδα είσαι αναφτή (Γαδ. διήγ. 310).
  • 2)Δάδα, πυρσός:
    • απτωμένην λαμπάδα (Λίβ. P 265).
  • 3)Πηγή φωτός, φως, λάμψη:
    • Καρδίας μου θεράπαυσιν, του σκότους μου λαμπάδα (Κομν., Διδασκ. Δ 13).
  • 4)Όραση· «φως» των ματιών:
    • τον ορισμόν υπόγραψεν (ενν. ο βασιλεύς), λαμβάνει (ενν. ο Βελισάριος) την λαμπάδα (Ριμ. Βελ. ρ 245).

[αρχ. ουσ. λαμπάς. Ο τ. και σήμ.]

κλίβανος ο.

  • Φούρνος:
    • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 885).

[αρχ. ουσ. κλίβανος. Η λ. και σήμ.]

λιθαρόπουλο(ν) το.

  • Πετράδι:
    • ένα σεντούκι λιθαρόπουλα και μαργαριτάρια (Χρον. σουλτ. 13924).

[<ουσ. λιθάρι(ν) + κατάλ. ‑πουλο(ν)]

σκέπασμα το [sképazma] Ο49 : 1. η ενέργεια του σκεπάζω. 2α. εκείνο με το οποίο καλύπτουμε ένα άνοιγμα· το καπάκι: Bάλε το ~ στην κατσαρό λα. Tο ~ του πηγαδιού έλειπε. Πού είναι το ~ του μπουκαλιού; β. κλινο σκέπασμα, συνήθ. κουβέρτα ή πάπλωμα: Δεν έχω αρκετά σκεπάσματα για όλους. Ρίξε μου ένα ~ ακόμα!

[αρχ. σκέπασμα]

χαλασμός ο [xalazmós] Ο17 : για φαινόμενο που παρουσιάζεται με μεγάλη ένταση και που προκαλεί αναταραχή, συνήθ. στην έκφραση γίνεται ~ (κόσμου / Kυρίου): Έξω βρέχει ραγδαία, γίνεται ~. Γίνεται ~ κόσμου στις ουρές των λεωφορείων, μεγάλη αναστάτωση, συνωστισμός. Έγινε ~ μόλις εμφανίστηκε ο υποψήφιος βουλευτής / ο τραγουδιστής, από ενθουσιασμό.

[ελνστ. χαλασμός `χαλάρωση΄ κατά τη σημ. του χαλώ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

απελάτης ο [apelátis] Ο10 : άτακτος πολεμιστής, συνήθ. αραβικής καταγωγής, που δρούσε στα ανατολικά σύνορα του βυζαντινού κράτους.

[λόγ. < ελνστ. ἀπελάτης (< ἀπελαύνω) `που οδηγεί μακριά, κλέφτης αγελάδων΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]

[Λεξικό Κριαρά]

απελάτης ο.

  • 1)Ζωοκλέφτης:
    • (Bακτ. αρχιερ. 136).
  • 2)Ληστής στα σύνορα του Βυζαντινού Κράτους:
    • Ο θαυμαστός Βασίλειος … περί απελάτων ήκουσε ευγενικών …, ότι κρατούν στενώματα και ποιούν αντραγαθίας (Διγ. Esc. 624
    • αρχιληστάς εφόνευσεν και όλους τους απελάτας (Διγ. Esc. 1614
    • έκφρ. ο μέγας απελάτης= προκ. για τον άγιο Θεόδωρο, ως προστάτη των απελατών:
      • (Διγ. Esc. 891).
  • 3)Γενναίος πολεμιστής, παλληκάρι:
    • (Bέλθ. 104
    • ηπήρεν ο Αλέξανδρος το βιβλίον (ενν. του Όμηρος) …· και αυτού ηύρεν τους πολέμους γραμμένους των … μεγάλων απελάτων (Διήγ. Aλ. V 59).

[μτγν. ουσ. απελάτης· βλ. και LBG. H λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]

απελάτης [apelátis] ο,

  • ① hist member of band of irregulars roaming the borders of the Byzantine Empire:
    • στο έπος του Διγενή ιστορούνται τα κατορθώματα του ήρωα, η σύγκρουσή του με τους απελάτες κλ (LPolitis) |
    • poem .. απελάτες και σκουταροφόροι με το αίμα επάνω τους ακόμη Bουργάρων και Tούρκων (Elytis)
  • ② fighter, warrior (syn πολεμιστής):
    • poem μα τα χέρια τής κόβει (sc της Eιρήνης) ο ~, | και της δένει και χέρια και ποδάρια (Palam) |
    • εδώ απελάτες χάνονται και σφάζονται κουρσάροι | για το φιλί της Mαξιμώς και για τ’ ανάβλεμμά της (id.)
  • ③ person armed w. a mace, club-bearer (syn ροπαλοφόρος):
    • poem .. τ’ άρματα στους ώμους του φορώντας, | του θείου τού Aρήθοου [= \Aρηϊθόοιο], που παράνομα του βγάλαν «ο ~» (Homer Il 7.138 Kaz-Kakr)
  • ④ hunter (syn κυνηγός):
    • poem να, τα φαριά φρουμάζουν, | τα κόρνα με στριγγές φωνές, | τους απελάτες κράζουν (Malakasis)

[fr MG απελάτης (5th-6th c.) ← K (Ptolemy, 2nd c. AD)]

συντυχαίνω [sintixéno] Ρ αόρ. σύντυχα, απαρέμφ. συντύχει : (λαϊκότρ., λογοτ.) συναντώ, ανταμώνω.

[μσν. συντυχάνω < αρχ. συντυγχάνω με αποβ. του [ŋ] πριν από [x] και μεταπλ. κατά το τυγχάνω > τυχαίνω]

σμύρνα η [zmírna] Ο25 : αρωματική ρητίνη.

[λόγ. < αρχ. σμύρνα]

λίβανον το.

  • Λιβάνι:
    • Με λίβανα πολύτιμα, αρώματα και μύρα (Θησ. Ζ́ [487]).

[ουσ. λίβανος με αλλαγή γένους]

διάλεκτος η [δiálektos] Ο36 : ιδίωμα με μεγάλη έκταση ή με σημαντικές διαφορές από την κοινή στην προφορά, στη μορφολογία, στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο, που δε θεωρείται όμως διαφορετική γλώσσα: Kυπριακή / ποντιακή / τσακώνικη ~. || Mιλάει στη ρουμελιώτικη διάλεκτο, ιδίωμα. || ποικιλία μιας γλώσσας: H αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται εξαρχής χωρισμένη σε διαλέκτους, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν η ιωνική, η αττική, η αιολική και η δωρική.

[λόγ. < ελνστ. διάλεκτος, αρχ. σημ.: `κοινή γλώσσα΄]

[Λεξικό Κριαρά]

διάλεκτος η· διάλεχτος.

  • 1)Η γλώσσα που μιλιέται από το λαό:
    • κεφάλαιον … εις κοινήν διάλεχτον (Ασσίζ. 2625).
  • 2)Η γλώσσα μιας χώρας, ενός έθνους:
    • επιστάμενον ακριβώς την των Αράβων διάλεκτον (Έκθ. χρον. 4114).

[αρχ. ουσ. διάλεκτος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]

διαλεκτός, επίθ.· διαλεχτός.

  • Εκλεκτός, διαλεχτός, έξοχος:
    • είχεν και Φράγκους διαλεκτούς, έμορφα παλληκάρια (Χρον. Τόκκων 1631).

[<διαλέγω. Η λ. τον 9. αι. (LBG). O τ. και σήμ.]

θυμιάζω [θimnázo] -ομαι Ρ2.1 : θυμιατίζω.

[μσν. θυμιάζω < αρχ. θυμι(ῶ) μεταπλ. -άζω με βάση το συνοπτ. θ. θυμιασ-]

[Λεξικό Κριαρά]

θυμιάζω.

  • (Μτβ. και αμτβ.) θυμιατίζω:
    • πάσα ναόν εθύμιασε (Θυσ. Ζ´ [482]
    • θυμιάσαντες … οι στρατιώται (Βίος Αλ. 5574).

[<αόρ. του αρχ. θυμιάω. Η λ. το 10. αι. (L‑S· βλ. και Lampe) και σήμ.]

ανδραγαθία η [anδraγaθía] Ο25 : η ιδιότητα του ανδρείου, του γενναίου· παλικαριά. (λόγ. έκφρ.) επ΄ ~, για πράξη ανδρείας, γενναιότητας: Προήχθη επ΄ ~ στο βαθμό του λοχαγού.

[λόγ. < αρχ. ἀνδραγαθία]

[Λεξικό Κριαρά]

ανδραγαθία η· ανδραγαθιά· αντραγαθία· αντραγαθιά.

  • 1)Σωματική αρετή, ανδρεία:
    • (Φλώρ. 721).
  • 2)Kατόρθωμα:
    • θέλω να διατακτώ ανδραγαθιές να κάμω (Aχιλλ. L 253).
  • 3)(Προκ. κυρίως για τον έρωτα) περιπέτεια, επιτυχία:
    • ανδραγαθιές του πόθου (Σουμμ., Παστ. φίδ. B´ [749]).

[αρχ. ουσ. ανδραγαθία. O τ. αντρα‑ και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]

ανδραγαθία [an∂raγaθía] η, (& Solom ανδραγαθιά) (l)

  • ① valor, bravery, heroism, prowess (syn ανδρεία, γενναιότητα, ηρωισμός, παλληκαριά, ant ανανδρία, δειλία):
    • παρασημοφορήθηκε γι’ ~ (Roufos) |
    • ειχε προαχθεί επ’ ~· προαγωγή επ’ ~ (kath) |
    • κινήματα της ψυχής τον οδήγησαν ως την ~ (TAthanasiadis) |
    • poem η γη αισθάνεται την τόση | του χεριού ~, | που όλην θέλει θανατώσει | τη μισόχριστη σπορά (Solom) |
    • μα πώς θα μπορούσα να μη μιλήσω | ειλικρινά και θαρρετά | μπροστά σε τόση ~; (Athanas)
  • ② = ανδραγάθημα 1:
    • έκαμε πολλές ανδραγαθίες στον πόλεμο |
    • ο συγγραφέας μάς μιλάει για τις ανδραγαθίες του Kανάρη (Sachinis) |
    • διατηρεί την ιστορική μνήμη των ανδραγαθιών των Kαλαβρυτινών προγόνων του στην περίοδο του ξεσηκωμού (Peranthis)

[fr MG ανδραγαθία ← AG; the form ἀνδραγαθιά also MG]

Άμμων [ámon] ο, (& Άμμωνας) anc relig & hist

  • Ammon, Amun, god of anc. Egyptians:
    • ο ~ χώριζε τους Aιγυπτίους από όλους τους λαούς (Kazantz) |
    • ο μέγιστος Άμμωνας (Panagiotop) |
    • Άμμωνας Δίας στη Λιβύη (id.) |
    • poem Άμμωνα της λευκής σιωπής, | Άμμωνα σκυθρωπέ της Λιβύης, | Άμμωνα της Θήβας της εκατόμπυλης (id.)

[fr AG 0Aμμων ←Egypt. Amun, earlier Amana]

τιμητικός -ή -ό [timitikós] Ε1 : 1. που γίνεται, απονέμεται ή συγκροτείται για να τιμηθεί κάποιο σπουδαίο συνήθ. πρόσωπο: Tιμητική εκδήλωση / πομπή / φρουρά. Tιμητικό άγημα. ~ τόμος*. ~ τίτλος, χωρίς να ασκείται η σχετική εξουσία ή το σχετικό λειτούργημα. Tιμητική διάκριση, που απονέμεται σε πρόσωπο ή σε έργο πνευματικής δημιουργίας. Είναι πολύ τιμητικό για μένα να συνεργαστώ μαζί σας. 2. (ως ουσ.) η τιμητική: α. εκδήλωση για να τιμηθεί κάποιος, συνήθ. ένας σπουδαίος ηθοποιός· (πρβ. ευεργετική). (έκφρ.) έχω την τιμητική μου, για κπ. ή για κτ. που βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος: Στις γιορτές τα ανθοπωλεία έχουν την τιμητική τους. || (πειραχτικά) όταν μου συμβαίνουν πολλές μικρές ατυχίες ή αναποδιές· ΣYN έκφρ. έχω την ευεργετική μου. β. άδεια που δίνεται σε στρατιώτη ως ανταμοιβή, τιμητικά. τιμητικά ΕΠIΡΡ: Tου έδωσαν ~ τον τίτλο του προέδρου.

 

 

ποίημα το [píima] Ο49 : 1. λογοτεχνικό έργο διατυπωμένο σε στίχους: Γράφω / συνθέτω / απαγγέλλω / διαβάζω ποιήματα. Συλλογή / ανθολογία ποιημάτων. Λυρικά / επικά ποιήματα. Οι έφηβοι συνηθίζουν να γράφουν ποιήματα. Ο συνθέτης μελοποίησε ποιήματα του Ελύτη. Έχω ~, κυρίως για μαθητή σχολείου που του έχει ανατεθεί η απαγγελία ποιήματος σε σχολική γιορτή. || (έκφρ.) λέω κτ. σαν ~, από στήθους και με γρήγορο ρυθμό. ΦΡ λέω το ~: α. (για πρόσ.) πεθαίνω: Πάει, το είπε κι αυτός το ~. β. (για πργ.) φθείρομαι τελείως, καταστρέφομαι: Tα παπούτσια μου το είπαν το ~. γ. για φράση ή φράσεις που τις επαναλαμβάνει κάποιος συχνά. 2. (μτφ.) καθετί το εξαιρετικά ωραίο από αισθητική άποψη: Ο πίνακας / το φιλμ / το δαχτυλίδι είναι (ένα) ~. Tο φόρεμά της είναι (ένα) ~. ποιηματάκι το YΠΟKΟΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. ποίημα (αρχική σημ.: `κτ. κατασκευασμένο΄)· 2: σημδ. γαλλ. poème < λατ. poema < αρχ. ποίημα]

πάρα [pára] & [para] στη σημ. 2β και συχνά στη σημ. 2α επίρρ. ποσ. : επιτείνει τη σημασία της λέξης που ακολουθεί. 1. προτάσσεται στο επίθετο πολύς και στο επίρρημα πολύ: ~ πολύς κόσμος. ~ πολλή δουλειά. ~ πο λύ θάρρος. ~ πολύ όμορφο. Ευχαριστώ ~ πολύ. Δούλεψε ~ πολύ σκλη ρά, αλλά τα κατάφερε. || με τη σημασία υπερβολικά πολύ, παραπάνω από ό,τι έπρεπε, προκειμένου για καταστάσεις δυσάρεστες: Δούλεψε ~ πολύ σκληρά κι έπαθε υπερκόπωση. Έφαγε ~ πολύ και βαρυστομάχιασε, έφαγε υπερβολικά πολύ ή παραέφαγε και βαρυστομάχιασε· (βλ. παρα- 2). 2. προτάσσεται σε οποιαδήποτε άλλη λέξη: α. Πέρνα την ~ άλλη εβδομάδα, την πιο άλλη, τη μεθεπόμενη εβδομάδα. Tην ~ ~ ~ άλλη εβδομάδα, την τέταρτη εβδομάδα ύστερα από αυτή που διανύουμε. Ο ~ προσπαππούλης, ο προ προπάππος. β. σε χαλαρή σύνθεση, όταν δεν υπάρχει έμφαση, σε εναλλαγή με το παρα- 2: ~ πίσω, παραπίσω. ~ πάνω, παραπάνω. || σε εκφορές με επανάληψη του ρήματος: Έχει και ~ έχει, έχει και με το παραπάνω. Θέλω και ~ θέλω, θέλω πάρα πολύ.

[< παρά 1]

[Λεξικό Κριαρά]

παρά, πρόθ.· πάρα.

  • I.Πρόθ.
    • ΆΜε γεν.
      • 1)Τοπ.
        • α)(για δήλ. στάσης σε τόπο):
          • (Καλλίμ. 288
        • β)κοντά σε:
          • Παρά σπιτιού ήβαλά τα (ενν. τα χοιρομέρια) (Στάθ. Β́ 187).
      • 2)Από
        • α)(για δήλ. αιτίας):
          • το ανδρόγυνον χωρίζεται παρά του θανάτου του ανδρός … (Ασσίζ. 12125
        • β)(για δήλ. απαλλαγής):
          • ελεύτερος με το κείμενον παρά εκείνου του φόνου (Ασσίζ. 47517).
      • 3)Ενάντια σε κ.:
        • ουδέν έν γέγονεν ποσώς παρά ‘ρισμού Κυρίου (Παρασπ., Βάρν. C 458).
    • Β́(Με δοτ., για δήλ. ποιητ. αιτ.) από:
      • ίστατο … άντικρυς εξεπίτηδες του παρ’ εμοί οράσθαι (Διγ. Z 3097).
    • Γ́Με αιτιατ.
      • 1)Τοπ.
        • α)δίπλα· μπροστά σε:
          • πίπτει παρά τους πόδας (Βέλθ. 495
        • β)(μέσα) σε:
          • χρυσού μεγίστους θησαυρούς … ους έθεντο παρά την γην εμοί πρώτοι πατέρες (Βίος Αλ. 3700).
      • 2)(Για δήλ. προέλ. με αιτιατ. προσώπου) από:
        • ως ακούετον παρά πάντας … δεν ήτον καθάριος από την πορνείαν (Συναδ. φ. 32v).
      • 3)(Για δήλ. εναντίωσης, αντίθεσης):
        • (Ασσίζ. 7523, 24), (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 702).
      • 4)(Για δήλ. χρονικής εναλλαγής):
        • δίδου αλόην … παρά μίαν ημέραν (Ιερακοσ. 46731).
      • 5)(Για να δηλωθεί το λιγότερο):
        • Εκοιμήθη ο μέγας Κομνηνός ο κυρ Αλέξιος … βασιλεύσας έτη λγ́ παρά μήνας γ́ (Πανάρ. 644).
      • 6)(Για δήλ. ποιητ. αιτ.):
        • ταύτη γαρ η συγγενεία … παρά … τους Ρωμαίους αφ’ αίματος λέγεται (Ελλην. νόμ. 56629).
  • II. Σύνδ.
    • ΆΣυγκρ.
      • 1)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού)
        • α)(με αιτιατ.):
          • (Προδρ. I 238), (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 75
          • (με προηγ. το παρκάτω):
            • επέσωσα εις τον τόπον σας και εθάρρουν πως δεν είμαι παρκάτω παρά τον δικόν μου (Μαχ. 53012
          • (ποσοτ., χρον.):
            • απέρνα … διαβάζοντας καθημερινώς πλιο παρά πέντε χρόνους (Τριβ., Ρε 112· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 220r
          • (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
            • (Σαχλ., Αφήγ. 822), (Προδρ. I 91
        • β)(με γεν.):
          • δύνασαι και άλλον λόγον κάλλιον παρ’ αυτού να είπεις (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ή [414]
          • (με παράλ. του επιρρ.):
            • η καρδία του δύναται παρά πάντων (Σπαν. A 70
        • γ)(με βουλητική πρόταση):
          • καλλιά έχω την γυναίκα μου παρά να βασιλεύσω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2011
          • (εδώ λόγω βραχυλογίας):
            • εμνόξασίνε … εσάς καλύτερω βοσκώ παρά εκεινώ ν’ αφήσου (Πανώρ. Έ́ 154
            • γ1)(με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
              • Γαμβρούς … να βρεις να’χουν κορμιά ακέραια παρά να λείπουν αρετές (Δεφ., Λόγ. 540
              • γ2) (με προηγ. το ειμή):
                • δεν έχω μετά σε ειμή παρά να χάσω (Φαλιέρ., Ιστ. 594
                • γ3) (με προηγ. το αλλιώς):
                  • θεά, πώς ημπορεί η χάρη σου να κάμει αλλιώς παρά τη σήμερο δίκια ν’ αποφασίσεις (Φορτουν. Ιντ. ά 105
        • δ)(με αναφορ. πρόταση):
          • να με αγαπήσεις περισσότερα παρά οπού με αγάπας (Διγ. Άνδρ. 3594
          • η αυθεντία ουδέν ένι κρατημένη να δώσει πλείον τίποτες εκείνης της ζημίας, παρά όσον ένι άνωθεν λαλημένον (Ασσίζ. 19126
        • ε) (με επίρρ., συν. το ποτέ· βλ. και έκφρ. παρά ποτέ):
          • Πλια παρά πρώτας τσ’ αγαπού (Πανώρ. Έ 297· Κυπρ. ερωτ. 9445
        • στ)(με απαρέμφ.):
          • γλυκυτέρα γουν η μάχη … παρ’ ελθείν εις τας πατρίδας (Ερμον. Ι 44
        • ζ) (πλεοναστικά με επόμ. την πρόθ. από):
          • πως το θέλεις πλιότερα παρ’ από με γροικώ σου (Πανώρ. Γ́ 396
        • η)(με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • καλλιά ‘ναι ο θάνατος παρά σκλαβιά (Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 87).
      • 2)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού) περισσότερο από, καλύτερα από
        • α)(με αιτιατ.):
          • άγριος παρά θηρίον (Χούμνου, Κοσμογ. 786
          • α1) (με τα επίθ. πας, άπας, όλος):
            • (Απολλών. 185
            • πολλήν υπεροχήν παρά τους πάντας έχεις (Βίος Αλ. 717
            • στερεόν (ενν. άλογον) πολλά παρ’ όλα (Πτωχολ. α 444
          • α2) (με τις αντων. άλλος, κ(ι)ανένας, κ(ι)ανένας άλλος):
            • (Ερωτόκρ. Β́ 15
            • Κρήτη, που ήσουν ‘παινετή στα πλούτη παρά άλλη (Διακρούσ. 11221
            • Τέκνο μου, … τόσα φρόνιμο παρά παιδί κιανένα! (Θυσ. 356
            • ‘Σ κίνδυνον μέγαν και βαρύν παρά κανέναν άλλο (Διακρούσ. 897
        • β)(με γεν.):
          • (Φυσιολ. (Zur.) XIIII1
        • γ)(με αναφορ. πρόταση):
          • εφάνην τους όλους να πάρουν μέγαν σκοπόν, παρά ‘πού επαίρναν (Βουστρ. 9211
        • δ) (με την πρόθ. από):
          • ήτον (ενν. ο πατριάρχης Κύριλλος) … σοφός παρά από όλους τους μαθηματικούς (Συναδ. φ. 55r
        • ε)(με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • πρώτον πρέπει να αγαπούνται οι καλοί παρά οι κακοί (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 76· Αιτωλ., Μύθ. 8818).
      • 3)(Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. υπερθ. βαθμού):
        • άπαντας υποτάξας (ενν. ο Διγενής) φρικτότατος εδείκνυτο παρά τους απελάτας (Διγ. Z 4194).
      • 4) (Με προηγ. χρον. επίρρ.· συν. το ομπρός· βλ. και εμπρός 2γ(β))
        • α)(με ουσ. ή αντων.) πριν από κάπ. ή κ.:
          • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215v
          • πρώτας ήρθες παρά με (Ανέκδ. ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 36
        • β) (εισάγει χρον. πρόταση με προηγ. τα επιρρ. εμπρός, ομπρός, πρι(ν), πριχού, πρώτας, πρωτύτερα· βλ. και εμπρός 2γ(α)) προτού (να):
          • Εμπρός παρά να πλερωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες, εγίνετον θανατικόν (Πόλ. Τρωάδ. 5394· 1867
          • μα θε να δω τη μάννα μου πρι παρά να κινήσω (Θυσ. 524· Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [683]
          • πρώτας παρά ν’ αλλάξω (Πιστ. βοσκ. III 6, 77
          • επρόβλεπε τες ταραχές και τους χειμώνας πρωτύτερα παρά να έλθουσι (Χίκα, Μονωδ. 66· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 51r).
    • Β́(Αντιθ. με προηγ. άρν.) αλλά:
      • ο μισέρ Αντρίας δεν εκούριασεν, παρά πάγει εις του παλίου (Βουστρ. 19014· Πανώρ. Γ́ 104).
  • III. Επίρρ.
    • 1)(Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού)
      • α)αλλά μόνο, παρά μόνο:
        • δεν είν’ η αγάπη κάτεχε παρά καλό περίσσο (Πανώρ. Β́ 354
        • ένα ερημονήσι εις το οποίον δεν εκατοικούσαν παρά άγρια ζώα (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ασσίζ. 31630
        • (με επόμ. βουλητική πρόταση):
          • (Ερωφ. Δ́ 15
          • Δεν έν παρά να γένει (Αλεξ. 265
        • (με επόμ. αναφορ. πρόταση):
          • ουδέν παίρνει απέ τον καρπόν παρά όσον εντέχεται (Ασσίζ. 7728· 1565
        • (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. τα μόνο(ν), μοναχάς):
          • (Σεβήρ., Διαθ. 1893), (Πανώρ. Β́ 372
          • μηδ’ άλλο πράμα δύνεται να με παρηγορήσει παρά η θωριά σου μοναχάς (Ερωφ. Γ́ 83
          • να κατέχεις το πως δε θέλω μοναχάς παρά το πρόσωπό σου να το θωρώ (Πανώρ. Γ́ 593
        • (επιτ. με προηγ. τα άλλος, άλλον τίποτας, κιανένας):
          • Άλλην ουκ έχω παρά σεν (Φαλιέρ., Ιστ. 476
          • δεν εφοβείτονε άλλον τίποτας παρά την αμαρτίαν (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ερωφ. Ά 530
      • β)εκτός από:
        • Αν πει κανένας κι άλλην παρά σέναν αγάπησα ποτέ … (Κυπρ. ερωτ. 2212
        • (πλεοναστικά με προηγ. το επίρρ. έξω):
          • περί ποίων γραφών τών ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον έξω παρά η αυλή (Ασσίζ. 1318).
    • 2) (Επιτ. με επόμ. το επίρρ. πολλά) σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά:
      • έστεκεν (ενν. ο γενεράλες) ογιά τα Χανιά πάρα πολλά γνοιασμένος (Τζάνε, Κρ. πόλ. 15614).
  • Εκφρ.
  • 1) Παρ’ αξίαν= όπως δεν αξίζει, ανάξια:
    • (Πτωχολ. α 361).
  • 2) Παρά δαμίν= παραλίγο:
    • (Ερμον. Μ 111).
  • 3) Παρά διαβόλου, βλ. διάβολος 1ζ.
  • 4) Παρ’ ελπίδα, βλ. ελπίς 1γ.
  • 5) Παρά λόγου= χωρίς λόγο:
    • (Χρον. Μορ. H 4175).
  • 6) Παρ’ ολίγον, βλ. ολίγον Εκφρ. 8.
  • 7) Παρ’ όνομα, βλ. όνομα Εκφρ. 3.
  • 8) Παρά ποτέ= περισσότερο από ποτέ:
    • (Ερωτόκρ. Δ́ 1368), (Θυσ. 420).
  • 9) Παρά τα πάντα= πάνω απ’ όλα:
    • (Μαχ. 64211).
  • 10) Παρά το πρώτον= (?)περισσότερο από πριν:
    • (Φυσιολ. (Legr.) 74).
  • 11) Παρά της ώρας= αμέσως:
    • (Καλλίμ. 2554).
  • 12) Παρ’ ώραν= πρόωρα:
    • (Καλλίμ. 1045).

[αρχ. πρόθ. παρά. Ο τ. και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρά 1 [pará & para] πρόθ. παθαίνει έκθλιψη πριν από φωνήεν· (βλ. και παρα- 1) : συντάσσεται: I. με αιτιατική και δηλώνει: 1. αντίθεση ή εναντιότητα· αντίθετα με / προς. α. με έναρθρη αιτιατική: ~ το νόμο / τη διαταγή / τη συμφωνία. Tο έκαναν ~ τη θέλησή μου. ~ το φοβερό κρύο ήταν ελαφρά ντυμένος. || σε λόγια σύνταξη με αιτιατική χωρίς άρθρο, συνήθ. στις εκφράσεις: ~ φύσιν / φύση*. παρ΄ ελπίδα*. ~ (πάσαν) προσδοκίαν*. || παρ΄, όταν υπάρχει το όλος πριν από την έναρθρη – με επίθετο ή χωρίς επίθετο- αιτιατική: Παρ΄ όλη την καλή του διάθεση δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει, παρόλο που ήθελε, δεν μπόρεσε. Παρ΄ όλο το θάρρος που έδειξε… (έκφρ.) παρ΄ όλα αυτά, για αντίθεση προς όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως: Παρ΄ όλα αυτά, επιμένει. ~ ταύτα*. β. στις εκφορές ~ το ότι / παρ΄ ότι / ~ το γεγονός ότι, στη θέση αντιθετικού υποτακτικού συνδέσμου· παρόλο που, αν και: Tο ποσοστό της εγκληματικότητας αυξήθη κε, ~ το γεγονός ότι εντάθηκαν τα αστυνομικά μέτρα. Παρ΄ ότι προσπά θησε αρκετά, δεν κατάφερε να περάσει τις εξετάσεις. 2. διαφορά προς το λιγότερο, δηλαδή πόσες μονάδες υπολείπονται, για να συμπληρωθεί το σύνολο που εκφράζει το απόλυτο αριθμητικό που προσδιορίζει: Ένα εκατομμύριο ~ χίλιες δραχμές, λείπουν χίλιες δραχμές. ~ μια μονάδα δε βγήκε πρώτη. || για την εκφώνηση της ώρας: Tο κουδούνι χτυπά στις τέσσερις ~ δέκα. Mεσάνυχτα ~ πέντε. (έκφρ.) ~ λίγο* / παρ΄ ολίγο*. ΦΡ ~ τρίχα* / γουρουνότριχα*. (στο) ~ πέντε*. ~ μία(ν) τεσσαράκοντα*. 3. χρόνο (εναλλαγή): Έρχεται μέρα ~ μέρα, μια μέρα έρχεται, μια δεν έρχε ται ή έρχεται κάθε δύο μέρες. II. σε λόγιες εκφορές: α. με αιτιατική, με την αρχική σημασία του κοντά, δίπλα: ~ πόδα* και ως ΦΡ. β. με την αρχαία δοτική έχει την έννοια του κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου: Δικηγόρος παρ΄ Aρείω Πάγω. Yπουργός / υφυπουργός ~ τω πρωθυπουργώ*.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. παρά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρά 2 σύνδ. : 1. αντιθετικός· ενώνει μία αρνητική πρόταση ή έννοια με ακόλουθη καταφατική σε: α. αντίθεση με περιορισμό (συχνά μαζί με το μόνο / μοναχά), όταν στην αρνητική πρόταση υπάρχει το τίποτε, κανείς, άλλος, τίποτε άλλο, κανείς άλλος: Άλλο δε σκέφτεται ~ μόνο να φύγει μακριά, το μόνο που σκέφτεται είναι να φύγει μακριά. Δεν του απόμεινε ~ αυτή η παρηγοριά. Δεν κάναμε τίποτε ~ μόνο περιμέναμε ώρες. Άλλο δεν άκουσα ~ μια βαθιά αρμονική φωνή, άκουσα μόνο μια βαθιά αρμονι κή φωνή. Δεν έχεις ~ να μου το πεις, αρκεί μόνο να μου το πεις. || σε προτάσεις ερωτηματικές που ισοδυναμούν με αρνητικές: Ποιος μας βοήθησε ~ ο πατέρας σου;, κανένας άλλος δε μας βοήθησε παρά μόνο ο πατέρας σου. || στις εκφράσεις δεν μπορεί / δε γίνεται ~ να, εξάπαντος, οπωσδήποτε: Όλα αυτά δεν μπορεί ~ να μας κάνουν διστακτικούς, μας κάνουν οπωσδήποτε διστακτικούς. Δε γίνεται ~ να αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια, οπωσδήποτε αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. β. απλή αντιθετική σύνδεση· αλλά: Nα μην καθίσεις ~ να φύγεις αμέσως, αλλά αντίθετα να φύγεις. Δεν κάθεται ~ τρέχει από το πρωί ως το βράδυ. Yπάρχουν προβλήματα όχι πραγματικά ~ φανταστικά. || σε ερωτηματική πρόταση που ισοδυναμεί με αρνητική: Tι κακό μάς έκανε, ~ μας βοήθησε όσο μπόρεσε;, δε μας έκανε κανένα κακό παρά μας βοήθησε όσο μπόρεσε. γ. επιδοτική αντιθετική σύνδεση με τη μορφή όχι μόνο… ~ και: Όχι μόνο στην ποίη ση ~ και στο πεζό. Όχι μόνο να μην γκρινιάζεις ~ και να λες ευχαριστώ. 2. συγκριτικός· από. α. ύστερα από επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού (ο β’ όρος σύγκρισης μπορεί να είναι ένα μέρος του λόγου, εμπρόθε το ή πρόταση): Προτιμώ να διαβάζω ~ να γράφω. Προτιμότερος ο θάνατος ~ τέτοια ζωή. Είναι πιο όμορφα εδώ ~ εκεί. Είναι πιο πονηρός παρ΄ ό,τι φαίνεται, από όσο φαίνεται. ~ ποτέ, από οποιαδήποτε άλλη φορά στο παρελθόν: Ωραιότερη ~ ποτέ. || περισσότερο*… ~. ΠAΡ Kάλλιο πέντε και στο χέρι ~ δέκα και καρτέρει*. Kάλλιο γαϊδουρόδενε* ~ γαϊδουρογύρευε. Kάλλιο αργά ~ ποτέ. Kάλλιο πρώτος στο χωριό ~ δεύτερος στην πόλη*. || σε σύγκριση που υπολανθάνει: Έτρεμε από φόβο ~ από ντροπή, περισσότερο από φόβο παρά από ντροπή. || ~ να, αν είναι, αν πρόκειται: ~ να κάθομαι να περιμένω, καλύτερα να πηγαίνω. Kαλύτερα να χωρίσουμε ~ να μαλώνουμε. β. ύστερα από το κάθε άλλο(ς) / οποιοσδήποτε άλλος / άλλος, σε καταφατική πρόταση: Kάθε άλλο ~ ενδιαφέρουσα είναι η δουλειά του, κάθε άλλο εκτός από ενδιαφέρουσα, δεν είναι καθόλου ενδιαφέρουσα. Aν ήταν άλλος ~ εσείς δε θα το έκανα, άλλος και όχι εσείς.

[αρχ. παρά (δες παρά 1) (η συγκρ. σημ. ελνστ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρα- 1 [para] & παρ- 1 [par], συνήθ. σε παλαιότερη παραγωγή πριν από φωνήεν & παρά- [pará] ή πάρ- [pár], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα που συνήθ. δηλώνει: AI1α. (κυρίως σε επίθετα) ότι το προσδιοριζόμενο βρίσκεται πλάι, κοντά σ΄ αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέ ξη: παραδουνάβιος, παραθαλάσσιος, παραμεθόριος, παραποτάμιος. || παραθέτω· παρακλάδι, παραφυάδα· παρωνυχίδα. || (ανατ., ιατρ.) παραθυρεοειδής· παρωτίτιδα. β. ενώπιον: παρελαύνω, παρέλαση. γ. παραπλεύρως, πλάγια: παρακάμπτω· (επιστ.) παρακέντηση, παροχέτευση. || (συχνά και με το εισ-) κρυφά: παρεισδύω. 2. για να δηλώσει: α. (συχνά λαϊκότρ.) βοηθητική, δευτερεύουσα ιδιότητα ή λειτουργία: παραπόρτι, παρασπίτι. β. υποκατάσταση: παραγιός, παραμάνα, παραπαίδι. γ. σύγκριση (συχνά και με το αντι-, για να ενισχυθεί η ατονημένη συγκριτική σημασία του): παραβάλλω, παραθέτω, παραβολή – αντιπαραβάλλω, αντιπαραθέτω, αντιπαραβολή. || άμιλλα: παραβγαίνω. δ. σχετική ομοιότητα: παραπλήσιος, παρόμοιος. || (ιατρ.) παρατυφοειδής. || για κτ. παρεμφερές, συμπληρωματικό: παραϊατρικός. || πάρεργο. ε. ύπαρξη και λειτουργία παράλληλη και έξω από τα πλαίσια αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παρακράτος, παραοικονομία, παρατράπεζα· παρακρατικός, παραστρατιωτικός, παρεκκλησιαστικός. II. (σε ρήματα και τα παράγωγά τους) με τη σημασία της κίνησης προς κπ., κτ. ή από κπ., κτ.: παραλαμβάνω· παραλαβή· παραδίδω, παραπέμπω· παράδοση, παραπομπή· παραδοτέος· παραπεμπτικός. III. χρόνο, συνέχιση αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραμένω, παρατείνω· παράταση. || παραχειμάζω. IV. εναντιότητα, έντονη αντίθεση, ασυμφωνία προς αυτό που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παράλογος, παράτυπος, παράφωνος· παρανομώ, παρασπονδώ· παρανομία, παρατυπία. || σχηματίζει το αντίθετο της πρωτότυπης λέξης: παρακμάζω, ANT ακμάζω· παράλογος, ANT λογικός. V1. παράβαση όσον αφορά αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραβαίνω, παρακούω, παρατιμονιά. 2. (ιατρ.) απόκλιση από την κανονική, συνήθη λειτουργία που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραίσθηση, παράνοια, παραμνησία, παραφροσύνη. VI. σκόπιμη αλλοίωση ή μεταβολή αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραποιώ, παραχαράσσω, παρερμηνεύω· παραποίηση, παραχάραξη, παρερμηνεία· παραχαράκτης. B. (χημ.) σε οργανικές ενώσεις: παραλδεΰδη, παραδιχλωροβενζόλιο.

[μσν. πρόθημα παρ(α)- (< αρχ. παρα-) `δευτερότερο, πολύ, πιο΄: μσν. παρα-κλάδιον, παρα-μπρός & λόγ. < αρχ. παρ(α)- < πρόθ. παρά ως α’ συνθ. `πλάι σε΄ αλλά και για δήλωση του περασμένου, σύγκρισης, τροποποίησης: αρχ. παρ-άλληλοι, παρα-πλέω, παρ-έρχομαι, παρα-πείθω, παρα-τίθημι `παραθέτω΄, παρ-αλλαγή & γαλλ., διεθ. para- < λατ. para- < αρχ. παρα-: παρά-μετρος < γαλλ. para-mètre, παρα-θυρεοειδής < διεθ. para- + thyroid & μτφρδ. παρα-στρατιωτικός < γαλλ. para-militaire, παρα-πληροφόρηση < αγγλ. misinformation, παρα-πόταμος < γερμ. Nebenfluss]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παρα- 2 & παρ- 2, όταν το β’ συνθετικό αρχίζει από [a] : α’ συνθετικό το οποίο: 1. δηλώνει επίταση, υπερβολή, παραπάνω από αυτό που πρέπει ή συνεπάγεται το β’ συνθετικό· (βλ. πάρα): ~βρά ζω, ~είμαι, ~ζεσταίνω, ~κοιμάμαι, ~φορτώνω, ~χορταίνω, παρακούω. 2. σε τοπικά επιρρήμα τα: ~πάνω, ~κάτω, ~μπρός.

[< πάρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβάζω [paravázo] Ρ αόρ. παραέβαλα και παράβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, μππ. παραβαλμένος : βάζω κτ. (τοποθετώ, εισάγω κτλ.) περισσότερο (σε ποσότητα, συχνότητα κτλ.) από όσο πρέπει: Παραέβαλες βενζίνη στο ντεπόζιτο και ξεχείλισε. Tο παράβαλα πια αυτό το φουστάνι και πρέπει να το αλλάξω, το παραφόρεσα.

[παρα- 2 + βάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβαίνω [paravéno] -ομαι Ρ αόρ. γ’ πρόσ. παρέβη, παρέβησαν, απαρέμφ. παραβεί, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : αθετώ κτ. συμφωνημένο, παραβιάζω κτ. θεσμοθετημένο: ~ συμφωνίες / νόμους / κανονισμούς / διατάξεις. Οι αντικυβερνητικοί στρατιώτες παρέβησαν τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός.

[λόγ. < αρχ. παραβαίνω]

[Λεξικό Κριαρά]

παραβαίνω.

  • ΆΜτβ.
    • 1)Περνώ δίπλα από κ., προσπερνώ κ.·
      • (σε μεταφ.):
        • ανέστελλον … την γνώμην …, αλλά σαφώς αδύνατον πυρ παραβήναι χόρτον (Διγ. Z 2695).
    • 2)Παραβαίνω, αθετώ, δεν τηρώ κ.:
      • (Ιστ. πατρ. 17515), (Διγ. Z 781), (Ερμον. Ε 425).
  • Β́Αμτβ.
    • 1)Παρακούω· αμαρτάνω:
      • ως καρδιογνώστης Θεός … ήξευρεν ότι ο Αδάμ θέλει παρέβει (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 45v).
    • 2) (Με την πρόθ. από+ αιτιατ.) παραβαίνω, δεν τηρώ κ.:
      • ποτέ του δεν ήθελε (ενν. ο εκκλησιάρχης) … να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι (Ιστ. πατρ. 9821).

[αρχ. παραβαίνω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

παραβάλλω [paraválo] -ομαι Ρ πρτ. παρέβαλλα, αόρ. παρέβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, παθ. αόρ. παραβλήθηκα, απαρέμφ. παραβληθεί : συγκρίνω κτ. με κτ. άλλο παραλληλίζοντάς τα, βάζοντας το ένα δίπλα στο άλλο (για να εντοπίσω, να επισημάνω ομοιότητες, διαφορές, λάθη κτλ.): ~ το χειρόγραφο με το τυπωμένο κείμενο. || παράβαλε (συντομογρ. πρβ.), για να δηλωθεί παραπομπή, κυρίως σε κείμενα: Πρβ. σελίδα 58. || παρομοιάζω: H λειτουργία της καρδιάς μπορεί να παραβληθεί με τη λειτουργία της αντλίας.

[λόγ. < αρχ. παραβάλλω]

 

Και μετά απ’ αυτό ,ξεκίνησε ο Αλέξανδρος προς την Ασία με τα στρατεύματα του. Και εκεί έκτισε οχυρωμένη πόλη και έδωσε σε εκείνη ένα επιπλέον όνομα, Τρίπολη Πενταπόλεως. Και ήρθαν οι ανώτατοι αξιωματούχοι του Αλέξανδρου να φτιάξουν άλλο φρούριο και ο Αλέξανδρος θύμωσε πάρα πολύ και είπε : ¨Τολμηρότατοι Μακεδονίτες μου καθόλου δεν πρέπει για εμάς , από σήμερα να κτίζουμε κάστρα και να παρατήσουμε το ταξίδι μας, γιατί στα κάστρα καθόλου δύναμη δεν υπάρχει ,ούτε λύτρωση, αλλά όπου είναι τα στρατεύματα πολλά και δυνατά, εκεί είναι το σθένος και η δύναμη και η καρδιά· Γιατί εμείς πολλά κάστρα δυνατά πήραμε με το σπαθί μας και τα καταστρέψαμε.

Και την επόμενη μέρα ξεκίνησε ο Αλέξανδρος και πήγε στην χώρα της Φρυγίας, οδηγούσε την Τροία . Έφτασε στο κάστρο της Τροίας και εισήλθε, όπου παλαιότερα έφτασαν οι Έλληνες και την είχαν πολεμήσει για δώδεκα χρόνια και την κατέκτησαν και κατέστρεψαν τη  φημισμένη Τροία για την ομορφιά μιας γυναίκας., το όνομα της Ελένη.

Ήταν ,λοιπόν, σύζυγος βασιλιά από το Μοριά., από τα μέρη της Λακεδαιμονίας, του βασιλιά Μενέλαου. Ο βασιλιάς ,ο Πρίαμος ήταν βασιλιάς της Φρυγίας  και είχε γιό τον Αλέξανδρο, τον Πάρη. Και πήγε στον θεό τους ,τον Απόλλωνα ,στην Λακεδαιμονία , να προσκυνήσει , και , όταν είδε την ωραιότατη και  πανέμορφη Ελένη , την άρπαξε  και την έφερε στην Τροία. Και ούτε στον βασιλιά Πρίαμο , ούτε  στους Τρωαδίτες άρεσε η αρπαγή της Ελένης και δέχτηκαν τον Πάρη με δυσαρέσκεια. Όταν έμαθε ο βασιλιάς Μενέλαος  την αρπαγή της δικής του συζύγου, συνέταξε το στράτευμά του και έστειλε σε όλους τους βασιλείς των Ελλήνων της Κιλικίας και της Λαττωνίας και της Ατταλείας. Και συγκέντρωσαν οι βασιλείς τα στρατεύματα τους και έφτασαν με σκοπό την βοήθεια στα μέρη της Φρυγίας. Και λεηλάτησε και κατέστρεψε την χώρα της Τροίας. Εκείνη την εποχή οι ανώτατοι στρατηγοί του ιππικού της Τροίας σκοτώθηκαν από το χέρι των Ελλήνων  και από τους Έλληνες για μια γυναίκα μιασμένη. Ο προπάππους μας ο Αδάμ ,για μια γυναίκα ξεριζώθηκε από τον ευδαίμονα παράδεισο ∙ ο Σαμψών ο αξιοθαύμαστος και ανδρειωμένος χάθηκε εξαιτίας κακής γυναίκας. ∙ ο Σολομών ο αξιοθαύμαστος και ο πιο συνετός σε ολόκληρη την υφήλιο ακλούθησε για χάρη μιας γυναίκας τον Αδάνην , τον βασιλιά και έχασε το αξίωμα του. Εκείνη την εποχή στην φημισμένη Τροία οι ανδρειωμένοι αφανίστηκαν για μια γυναίκα. Και έπειτα , έφτιαξαν μια απατηλή κατασκευή και κατέκτησαν το κάστρο της Τροίας , όπως γράφει στο βιβλίο του ο Όμηρος.

Εκείνη την εποχή ήρθαν οι Τρωαδίτες και προσκύνησαν τον Αλέξανδρο με τιμή μεγάλη και πολλά δώρα.

Έφεραν σ’ αυτόν και του γιού του Αχιλλέα την ασπίδα ∙ ήταν φτιαγμένο από το δέρμα λιονταριού και ήταν ζωγραφισμένο το πρόσωπό του ∙ όπως φέγγει ο ήλιος στον ουρανό , έτσι έλαμπε ,και όπως τα φτερά του παγονιού , που είναι χρυσά ,πράσινα και κόκκινα , έτσι έλαμπε με πάρα πολλά αξιοθαύμαστο. Και ,όταν το είδε ο Αλέξανδρος , έμεινε έκθαμβος.

Του έφεραν και τον μανδύα της Βρισηίδας – ολόκληρο με χρυσά μαργαριτάρια πολύ εκτιμημένο , οπού έμενε εμβρόντητος κάθε άνθρωπος από την ομορφιά που είχε -, όπου αγάπα ο Τρωίλος του Κάλκα την κόρη.

Και ο Αχιλλέας ο αξιοθαύμαστος σκοτώθηκε για την επίσης θαυμαστή Πολυξένη στο ναό τους, την κόρη του βασιλιά, του Πριάμου. Και όταν καταλήφθηκε η Τροία, αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες ,και την έσφαξε ο γιός του, ο Πύρρος, πάνω στον τάφο του πατέρα του, του Αχιλλέα και πέθανε. Και την μακάρισε πολύ ο Αλέξανδρος ,όταν άκουσε , και επαίνεσε την τιμή της ,της γυναίκας εκείνης, ότι τον τρόπο που διαφύλαξε την τιμή της , οπού άλλη γυναίκα τέτοιο κατόρθωμα δεν έκανε. Και όλοι την παίνεψαν. Ο Αλέξανδρος βρήκε τους λόγους γραμμένους και απόρησε από την πίστη και σύνεση της Πολυξένης και είπε «Από τον θεό έχει την συγνώμη και από τον κόσμο την ευφημία, που δεν θέλησε να πάρει άνδρα. Και καλά έκανε , γιατί ο τιμημένος θάνατος είναι μεγάλη τιμή μπροστά σε μια απερίσκεπτη ζωή και ατιμωμένη.» Ακόμη έβγαλαν της βασίλισσας εκείνης το στεφάνι, και, όταν το έβαλε στο κεφάλι του, τότε έγινε αόρατος από όλους τους ανθρώπους. Και το βράδυ έλαμπε σαν πηγή φωτός.

Ακόμη του έβαλαν επάνω φούρνο, που το έστησε πάνωθεον  από τα άρματα , και ήταν στολισμένο με πολύτιμο πετράδι και με χρυσό μαργαριτάρι και το κάλυμμα ήταν από το δέρμα της ασπίδας.

Έφεραν σ’ αυτόν και το βιβλίο του Όμηρος, που είχε γράψει από την αρχή τους πολέμους και την καταστροφή της Τροίας από την αρχή ως το τέλος. Και πήρε ο Αλέξανδρος το βιβλίο και άρχισε να το διαβάζει. Και σ’ αυτό βρήκε τους πολέμους γραμμένους των καλών και αντρειωμένων και αξιοθαύμαστων και μεγάλων  παλληκαριών και στεναχωρήθηκε πολύ και ακόμη χάρηκε για το γράψιμο των αντρειωμένων που βρήκε. Και τότε έτυχε ο Αλέξανδρος και είπε: « Ω πόσοι αντρειωμένοι, υψηλότατοι και λαμπρότατοι πολεμιστές χάθηκαν για μια γυναίκα μιασμένη!».

Εκείνο τον καιρό πέρασε και είπε : «Της Τροίας που είναι των ανδρειωμένων παλληκαριών τα ονόματα;». Και τον οδήγησαν οι άρχοντες εκεί, όπου ήταν θαμμένοι , και πήρε ρητίνη και λιβάνι και θυμιάτισε τα μνήματα τους και στεναχωρήθηκε και έκλαψε με πολλά δάκρυα και είπε: «Ω αντρειωμένοι μου έξοχα παλληκάρια, που ζήσατε την εποχή εκείνη, Αχιλλέα και Έκτορα ,εάν σας ήθελα να σας βρω ζωντανούς, ήθελα να σας τιμήσω με πολλά δώρα και ήθελα να σας υψώσω και ήθελα να τιμηθώ και να χαρώ στον κόσμο μαζί σας. Και επειδή σας βρήκα πεθαμένους , των νεκρών η τιμή τους είναι λιβάνι και ρητίνη , και σας θύμιασα, και ο θεός ας σας συγχωρέσει, με τέτοια κατορθώματα που κάνατε, όπως γράφει ο Όμηρος!» . Και όπως άκουσαν οι φιλόσοφοι τον Αλέξανδρον  , ο Μενέλαος και ο Αριστοτέλης , είπαν στον βασιλιά, τον Αλέξανδρο : «Ο Αχιλλέας και η βασιλεία σου είστε παιδιά ενός πατέρα, τον θεό των Ελλήνων ,του Άμμωνα είστε γιοι. Και εμείς οι δύο τιμητικότερα θέλουμε να γράψουμε τα ποιήματα σου από τον Όμηρο της Φρυγίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s